Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Το κορίτσι με το καρό φόρεμα



Μια φορά και έναν καιρο, στο πιο απόμακρο χωριό, στο τελος του κόσμου, λιγο πριν αγγίξει τον γκρεμό, ζούσε ενα κορίτσι. Ενα ξανθό κορίτσι, που όλοι στο χωριό την φώναζαν το κορίτσι με το καρό φόρεμα. Ενα δώρο που της το ειχε κανει η μητέρας της μια μέρα που ηταν χαρούμενη σε αυτήν, μέρες απο τις λίγες.
 
Στο κορίτσι άρεσαν οι βόλτες, στο τελος του κόσμου εχει τόσα ωραια πράγματα να δεις. Πράγματα που κανεις δεν μπορούσε ποτε να φανταστεί, πόσο μάλλον εγω. Παρολαυτα το κορίτσι έψαχνε το συνηθισμένο. Το κοινό, με την έννοια οτι μες στο συνηθισμένο εφαχνε να βρει το χαρακτηριστικό που θα το έθεται διαφορετικό.
Τωρα θα εξηγηθώ...

 Το κορίτσι λοιπον έκανε βόλτες σε απέραντα δάση, σε βουνά, σε θάλασσες και σε ερήμους, σε ουρανούς, σε χαράδρες μα δεν βρήκε το διαφορετικό στο συνηθισμενο. Ήξερε οτι βρισκόταν κάπου εκει. Θα το έβρισκε?

 Έψαξε τελικά στο μερος με την κρυμμένη ζωή. Πήγε σε ενα χωραφι. Στεγνό, ξηρό, ξεχασμένο απο τον ιδιο τον θεό. Αλλα και το ξεχασμένο εχει αξία. Αυτο τουλάχιστον πίστευε το σκιάχτρο που βρισκόταν στο κέντρο του χωραφιού. 

Το σκιάχτρο ντυμένο με χρυσό άχυρο πανω στο μοναδικό ξύλινο πόδι του. Για να μην ειναι γυμνό ειχε φορέσει μονο ενα μάλλινο πουκάμισο που ειχε σκιστεί απο τα κοράκια που δεν του έδιναν σημασια. Καπέλο κλεμμενο απο έναν Καο μπόι για να μην του καεί το κεφαλι. Στο πρόσωπο του ειχε δυο κουμπιά για ματια, ενα κόκκινο και ενα πράσινο και φυσικα... Ενα ραμμένο χαμογελο. Το κορίτσι το πλησίασε και του μίλησε...

-Πως σε λένε;
-Δεν εχω όνομα
-Μα όλοι έχουν, εμένα με λένε το κορίτσι με το καρό φόρεμα
-Δεν ειναι όνομα αυτο
-Για εμένα ειναι....
-Πολυ καλα τοτε, ονομάζομαι Σκιάχτρο 

Το κορίτσι φοβόταν να του μιλήσει περισσότερο γιατι ματωναν τα κεντημένα χείλη του καθε φορά που πήγαινε να το προσπαθήσει. Του έδωσε μια αγκαλιά... "Αγκάλιασε με και εσυ" του ειπε. Ομως το σκιάχτρο δεν μπορούσε να λυγίσει τα μόνιμα τεντωμένα χερια του που θύμιζαν σταυρομενο. 

"Δεν μπορώ"

Το κορίτσι ένιωσε για άλλη μια φορά άσχημα. Ξαναπροσπαθήσε...
"Δεν πειράζει, τουλάχιστον παμε για μια βόλτα", το κορίτσι κοίταξε στο έδαφος και είδε το πόδι του σκιάχτρου χωμενο στο έδαφος σαν καλα μπηγμενο καρφί σε μια ξύλινη σανίδα. Το κορίτσι δεν περίμενε απάντηση. Έπεσε στο χώμα και άρχισε να κλαίει.

-Πως μπορείς να ζεις με αυτόν τον τροπο; Βρίσκεσαι στο τελος του κόσμου μα εισαι κολλημένος σε αυτο το χωράφι. Δεν ειναι αυτη ζωή, να προσεχείς ενα ξερό χωράφι, να μην μπορείς να μιλήσεις, να αγκαλιάσεις, να περπατήσεις. 
-Και τι να κανω; Πως μπορώ να την αλλάξω;
-Δεν θα αλλάξει τιποτα με την αναμονή. Ίσως εχω μια λύση... Αλλα μπορείς να εμπιστευτείς ενα άτομο που μόλις γνώρισες;
-Δεν θελω να ειμαι πια ετσι, οτιδήποτε αλλο μου αρκεί.
-Υποθέτω οτι στην ζωή χρειαζεται να κάνουμε θυσίες...

Το κορίτσι έβγαλε ενα πακέτο σπίρτα απο την τσέπη της. Έβγαλε ενα σπίρτο απο το κουτί και το πέρασε απότομα πανω στην τραχιά επιφάνεια του. Το σπίρτο πηρε φωτιά. Το ακούμπησε στο πουκάμισο του σκιάχτρου. Πανω αριστερά του σκιάχτρου.
Καλύφθηκε απο φλόγες. Τα άχυρα, τα ράμματα, τα κουμπιά έλιωναν γρήγορα. 
Έκρηξη. Το σκιάχτρο βρέθηκε στον ουρανο σε μορφή πυροτεχνημάτων, αστεριών και διαμαντιών. Η πιο όμορφη βροχη του κόσμου. 

 Και ετσι το κορίτσι ανακουφισμένο ξάπλωσε στο χώμα κοιτοντας τα κομμάτια του σκιάχτρου να ταξιδεύουν σε ολα τα μέρη του τέλους του κόσμου μεσα στον κόκκινο ουρανό ενώ οι ρίζες του χωραφιού άρχισαν να της δένουν τα ποδια.

 Θυσίες και αξίες του διαφορετικού κρυμμένες σε σκόνη και αναπνοές του σύμπαντος, δίνοντας στην ζωή νόημα. 

 Δεν θα ηθελα να ειρωνευτώ αλλα πρέπει να γίνει.
Και ετσι ζήσανε αυτοι καλα και εμείς καλυτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου