Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Η Μαριονέτα


Χειμώνας, χιονόνερο, ψύχος. Δυο παιδιά κάθονταν στον καναπέ του σπιτιού και άκουγαν τον παππού τους να τους διηγείται ιστορίες. Τα ματια των παιδιών γυάλιζαν, τα μάγουλα τους κοκκίνιζαν απο το άγχος και την ανυπομονησία μα και απο την ζεστασιά του τζακιού που φώτιζε ανομοιόμορφα το πρόσωπο του παππού δίνοντας το κατάλληλο εφέ ώστε να κανει τα παιδιά να κρέμονται απο καθε του λεξη.

"Παππού, σήμερα θελω να μας πεις μια ιστορια που δεν μας εχεις διηγηθεί ως τωρα, κανε την όσο τρομακτική θες! Εγω δεν φοβάμαι πια, μεγάλωσα."

Μια φορά και έναν καιρο, ίσως οχι και πολυ παλιά, ενα αγόρι κατάφερε να φτιάξει την πιο ωραια μαριονέτα της εποχής του. Σκάλιζε το μεγαλύτερο και το σκληρότερο δέντρο καθε μέρα για να βρει το σωστό ξύλο. Ονειρεύτηκε αρκετές φορές ώστε να της δώσει το σωστό σχήμα. Έκλεψε τα καλυτερα βερνίκια και χρώματα για να την βάψει και να την κρατήσει ζωντανή όσος καιρός και αν περάσει. Έκοψε τα ρούχα της μητέρας του για να ντύσει αυτήν την μαριονέτα και τελικά αγόρασε με ο,τι οικονομία ειχε κανει ποτε του τα καλυτερα νήματα, τα πιο λεπτα μα και τα πιο γερά. Ηταν σαν να της έδινε σιγά σιγά ζωή, ενώ στην πραγματικότητα έχανε την δίκη του.

 Απο παραστάσεις που έδινε στο σπίτι του, έφτασε πολυ γρήγορα στα μεγαλύτερα θέατρα. Όλοι χειροκροτούσαν την ζωντανή μαριονέτα. Φήμες έλεγαν οτι δεν υπήρχαν νήματα που την κρατούσαν. Χόρευε και χλεύαζε μονη της. Ανοησίες, έλεγαν οι μορφωμένοι, αλλα ποτε δεν μπόρεσαν να αποδείξουν το αντίθετο. Κανεις ποτε δεν είδε το αγόρι που έλεγχε τα νήματα. Η μαριονέτα έκανε τους θεατές να πιστεύουν στο φανταστικό, στο δήθεν αδύνατο. Τους χάριζε γέλιο, θερμά χερια απο τα χειροκροτήματα, ενέργεια. Αυτο το κατι διαφορετικό. Και το διαφορετικό... πουλάει.

Άρχισαν ολα με μερικά μπλουζάκια με το σχέδιο της μαριονέτας πάνω. Αργότερα κούπες. Αφίσες, μολύβια, στύλο, παπούτσια, κονκάρδες και σοκολάτες. Και όπως ειναι λογικό... Μαριονέτες. Χιλιάδες μαριονέτες που έμοιαζαν με την πρωτότυπη. Μα ποια ηταν η πρωτότυπη;

 Εγω την εχω, ποιος θελει να την αγοράσει; Δήλωσε ενας άκυρος τριαντάχρονος με γραβάτα.

 Χαμός στις εφημερίδες για την αγορά την πρωτότυπης μαριονέτας.
Το διάβασε και το αγορι. Παραξενεύτηκε. Θύμωσε. Πήγε στον τύπο. "Ψέμματα! Δεν ειναι εκείνη η πρωτότυπη μαριονέτα. Αυτη ειναι..." ειπε δείχνοντας την μαριονέτα στο αφεντικό της εφημερίδας και αυτός βάλθηκε να γελάει.

"Πως γίνεται ενα αγορι όσο μικρό όσο εσυ, να έφτιαξε μια τέτοια μαριονέτα; Φύγε απο εδω καλομαθημένο. Που έρχεσαι να μας πεις οτι αυτη η μαριονέτα ειναι η πρωτότυπη. Πόσο μάλλον δικια σου. Η μαμά σου πρέπει να ντρέπεται για εσενα. Αυτη στην αγόρασε; Ή την έκλεψες" απάντησε το αφεντικό φυσώντας τον καπνό του πουρου απο το στόμα του.

Το αγορι σηκώθηκε και έφυγε με πεσμένο το κεφάλι. 

Ο τριαντάχρονος κέρδισε αρκετά λεφτά απο την πώληση την ψεύτικης μαριονέτας που κατάφερε να ζήσει χωρις να ξαναδουλέψει ποτε του.

Η κούκλα κλείστηκε στο πατάρι.

"Μα παππού... Τι απέγινε το αγορι; Και η μαριονέτα; Ξερεις που βρίσκεται η αληθινή;" Ρώτησε  το μικρότερο παιδι.

Ο παππούς έγνεψε καταφατικά.

"Που, που, που." Φώναζαν τα δυο παιδιά με σπίθες να βγαίνουν απο τα ματια τους.

Ο παππούς τελικά σήκωσε το χέρι του και έδειξε το τζάκι.

Τα παιδιά τον αγκάλιασαν και αυτός ξεκίνησε την επόμενη ιστορια του...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου