Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Ο Ξένος



Μετα τα μεσάνυχτα γυρνούσα μόνος στην ξακουστή Φλωρεντια. Δεν ξερω πως βρέθηκα εκει, ολα έγιναν τοσο γρήγορα. Οι δρόμοι όσο κεντρικοί και να ηταν θύμιζαν στενά. Ολοαδειοι, χωρις ψυχή.

 Και να καποιος, μπορώ να δω μονο την πλάτη του.  Ενα μαύρο παλτό, ξεκουμπωτο με κόψιμο στο τελος του. Ενα καπέλο με μια κόκκινη κορδέλα να το αγκαλιάζει και παπούτσια με τακουνια που ακούγονταν καθώς περπατούσε στα πέτρινα πλακάκια του δρόμου. Προδιδαν την θέση του. Δεν μπορούσε να κρυφτεί. Μια έτρεχε και μια σταματούσε. Ήξερε οτι δεν προλάβαινε. Πήγαινε χορεύοντας. Άραγε ηταν μεθυσμένος ή ειχε μάθει να περπατάει την προηγούμενη μέρα;

 Ο τυπας κατέληξε σε ενα καρουζέλ. Έσπασε τα τζάμια, άνοιξε τον κεντρικό και άρχισε να ιππεύει το πιο άσχημο άλογο του καρουζέλ. Άπλωνε το κεφάλι του πίσω μα το καπέλο του δεν έλεγε να πέσει. Πρόσεξα ενα τεράστιο πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο του, χωρις ομως να φανούν τα δόντια του. Ίσως να ήξερε οτι τον κοιτούσαν. Κατέβηκε απο το άλογο και συνέχισε ευθεία, χωρις φυσικά να κλείσει πρώτα το ρεύμα.

 Τωρα πια ειχε φτάσει στον Καπρο.  Στο γουρούνι που σου δίνει την ευκαιρία να ξαναγυρίσεις πίσω. Έβγαλε ένα σακούλι απο την εσωτερική δεξιά τσέπη του παλτού του και άρχισε να πετάει ενα ενα τα φλουρια που βρισκόντουσαν μεσα του. Μέχρι και το τελευταίο. Ετσι, για να ειναι σίγουρος.

Έπειτα άρχισε να περπατάει παίρνοντας μια τελευταία απότομη στροφή λες και έχασε τον δρόμο του. Κατέληξε στα αγάλματα του ανοιχτού μουσείου. Άρχισε να τους λεει κατι τρελά. Ειπε οτι και καλα πως για αγάλματα, δεν ηταν τοσο κρύα και οτι ήθελε να τους βάψει τα ματια γιατι νόμιζε οτι ηταν τυφλά, καθώς έλειπε το χρώμα απο αυτα.

Ευθεία προς την παλιά γέφυρα. Κοιτούσε τις κλειδαριές με τα γράμματα πάνω, αυτές τις παντοτινής αγάπης. Ηταν τόσες πολλές και ίδιες, δεν ξεχώριζε καμία τους. Και τοτε άρχισε να τις κλωτσάει με μανία και νευρα, τις δάγκωνε να ΑΝΟΙΞΟΥΝ. Έπεσε κατω απο την κούραση αλλα δεν έχασε χρονο. Σηκώθηκε και τινάχτηκε να φύγουν οι σκόνες και πήγε στην απέναντι όχθη.

 Φόρεσε κατι λευκά γάντια που έκρυβε κατω απο το καπέλο του. Έβαλε το χέρι του αυτη την φορά στην εσωτερική αριστερή τσέπη του παλτου και έβγαλε ενα μάτσο τράπουλας. Αφου ανακάτεψε καλα τα χαρτιά άρχισε να πετάει με ταλέντο ενα ενα τα φύλλα στον ποταμό κατω απο την γέφυρα. Ομως δυο φύλλα κατέληξαν ακριβώς μπροστά στα ποδια του. Έφυγε, εγω έτρεξα να δω τα φύλλα που του έπεσαν. Δυο τζόκερ. Καμένοι. Σκαρτοι. Τους φύλαξα.

 Βιάστηκα να τον ξαναβρώ. Αυτήν την φορά φαινόταν γέρικος. Κρατουσε ενα μαύρο μπαστούνι, με μυτερή άκρη και στην κορυφή του, για λαβή, ενας ασημένιος γλόμπος.
Το κουνούσε που και που για να παίξει αλλα κατα βάθος, όπως το βλεπω εγω, ηταν η μοναδική του στήριξη. Έφτανε προς τον σταθμό. Δεν θα έμπαινε μεσα ομως.

 Παρα το γεγονός πως ο σταθμός ηταν κλειστός και δεν υπήρχαν αλλα τρένα μεσα του, αυτός πήδηξε τα σίδερα της εισόδου. Πέρασε στην μοναδική αποβάθρα που δεν φαινόταν απο την είσοδο του σταθμού και πήδηξε στο τρενο που μόλις ειχε ξεκινήσει. Αφου κατάφερε να ανεβει εκ του ασφαλούς, γύρισε το βλέμμα του προς τα πίσω. Εκει όπου είχα μείνει και εγω. Δεν θα με φτάσεις ποτε, φώναξε. Και εγω εμεινα κενός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου