Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Λευκά σεντόνια


Τα σεντόνια ήταν λευκά, καθαρά και παρθένα. Οι καταστάσεις δε μας βολεύουν πάντοτε όμως.

Ποια αγνότητα;
Τα σεντόνια γέμισαν με κίτρινους λεκέδες. 

Το μαξιλάρι ήταν πάντοτε βρεγμένο όταν ξυπνούσα.
Τελειώνουν άραγε ποτέ τα δάκρυα;

Τα σεντόνια είχαν κι άλλα χρώματα.
Είχαν σοκολάτα, είχαν κι αίμα. Γέμισαν από εφιάλτες και φαντασιώσεις.

Γέμισαν ιδρώτα από σπασμένα όνειρα που έκανα όταν δεν κοιτούσα το κενό. Τόσες πλοκές μα κυρίως επιπλοκές. Καίγομαι απ’ τον πυρετό.

Το άρωμά σου ξεθώριαζε αργά απ’ αυτά. Ακουμπούσα το πρόσωπό μου και τους φώναζα. 
Πώς άφησα να συμβεί κάτι τέτοιο;

Τράβηξα τις τελευταίες τζούρες του αρώματός σου με μανία. Όταν πια τελείωσα δε βρήκα κανένα λόγο να αφήσω ποτέ ξανά το κρεβάτι.

Περιμένω να γυρίσεις.



Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Όσο εγω


Όσο εγώ ήμουν ξαπλωμένος με το πρόσωπο στο χώμα, εσύ ήσουν ανάσκελα και κοιτούσες των ουρανό γεμάτο φεγγάρια, χαλάρωνες στο φρεσκότερο κομμάτι γρασιδιού στην πιο έρημη πλατεία. 

Όσο εγω μετρούσα συμφορές, εσύ μετρούσες επιτυχίες. 
Όσο εγω μιλούσα με πέτρες, εσυ μιλούσες σε πρόσωπα με χαμόγελα. Όσο εγώ έλεγα πόσο μεγάλη είναι ζωή, εσύ έλεγες πόσο γρήγορα περνάνε οι μέρες. 

Κανένας απο τους δυο μας δεν έκανε λάθος. 

Δεν μπορώ να σου πω αν το πρόβλημα ηταν δικό μου. 
Δεν μπορω να σου πω οτι το πρόβλημα ηταν η οπτική γωνία ως προς την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Αναρωτιέμαι αν κλαις ποτέ σου. Αν ειχες ποτέ προβλήματα. Όλοι έχουν προβλήματα, έτσι; Και πώς το κρύβεις; Γιατί το κρύβεις και το σημαντικότερο απ' όλα, πώς τα λύνεις αφού ο,τι είχα να κάνω το έκανα.

Έτσι ακριβώς, γιατί όταν τα προβλήματα αφορούν τον κόσμο όλο, αυτό που κανεις εσυ δεν μετράει.

Μα όσο εγω στα ελεγα ολα αυτα, γέλαγες με το πόσο αφελής είμαι χωρίς να πεις λέξη και με αποχαιρετούσες. Καλά έκανες.

Υδρατμοί


Είδε τη γυναικεία φιγούρα της στο θολό τζάμι του μπάνιου. Ήθελε παρέα. Σταγόνες έρεαν στα τοιχώματα του ντους σαν σταγόνες φθινοπωρινής βροχής πάνω στα γυαλιά. Ανακατεμένα με δάκρυα που κανείς δεν είδε.

Έσυρε την πόρτα και την πλησίασε.
Αυτή έκανε δυο βήματα προς τα πίσω μέχρι που χτύπησε γωνία.  Τα χέρια της βρέθηκαν απότομα κολλημένα στον τοίχο πάνω από το κεφάλι της καθώς αυτός τα κρατούσε με το ένα του χέρι.

Σε ένα ντους όπου τα όνειρα και οι αποφάσεις παίρνονται, ήταν καιρός και να υλοποιηθούν.

Τα χείλη της τρεμόπαιζαν ενα χαμόγελο, πιο υγρά απο ποτέ.
Ήθελαν κούμπωμα και το βρήκαν. Και πιο χαμηλά, να της φιλάει και να της δαγκώνει τον λαιμό, να μην ξέρει τι να περιμένει. Την γυρνάει και την φέρνει πάνω του. Τα σώματα γλιστρούσαν μα έμεναν κολλημένα. Ανατρίχιαζαν μα δεν έκανε κρύο. Υδρατμοί.

Αυτή αγχωμένη δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια της γι' αυτό εκείνος την έβαλε να κρατάει τον τοίχο και τεντώθηκε προς τα πίσω μέχρι που εξέπνευσε βαθιά, αυτός το απόλαυσε. Η πόρτα έκλεισε και το μόνο που φαινόταν καθαρά ηταν οι δυο παλάμες της στο τζαμί, τα ζαρωμένα χείλη και το στήθος της. Βογκητά, ανάσες, χαλάρωση και διέγερση. Να φεύγω, να μην ενοχλώ.

Έχεις κενά


Έχεις κενά. Φαίνεται σε καθε πρόταση που λες ή που δε λες.
Σε κάθε μορφασμό του προσώπου σου, σε καθε κίνηση, σε καθε σταγόνα ιδρώτα που τρέχει στο κορμί σου. 

Τι ζέστη εδώ μεσα.

Φοβάσαι να σε μάθουν. Δε θες να ανοιχτέις γιατι μετα θα είσαι ευάλωτη. Ο κόσμος δεν πρέπει ποτέ να το μάθει.

Οπλίσατε, σκοπευσατε, πυρ και μετα τελος (;)

Πρέπει να βρεις κάποιον να σου γεμίσει τα κενά και το ξερεις καλά. Κάποιον που θα σε γεμίσει χωρίς να ξέρει ότι το κάνει ώστε να μην μπορεί να στο στερήσει αν το θελήσει. Δύσκολο ε;

Ξέρω τι θέλεις, θα στο δώσω αλλα οχι ολοκληρωτικά, πλησίασε μην ντρέπεσαι.

Από το παράθυρό μου


Δεκέμβρης και βροχή, πολλη υγρασία για να ρίξει χιόνι. Καταρράκτες, καρεκλοποδαρα και πλημμυρισμένα δρομάκια παντού. Ο δρόμος φαίνεται άδειος.

Να ομως ενα ζευγάρι που κάθεται κοντά σε μια κολώνα της ΔΕΗ και  να που φιλιούνται παθιασμένα, ζώντας τον έρωτά τους σαν από βιβλίο, καθώς βρέχονται τα ρούχα τους και αρχίζουν να βαραίνουν και να κολλάνε και το μόνο που τους κρατάει ζεστούς είναι οι ανάσες τους.

Ένας σκύλος περνάει το δρόμο για να βρει ένα μέρος να κρυφτεί, σαστίζοντας από τις αστραπές, πόσο μάλλον απο τις βροντές, όπως όλοι άλλωστε... εκτός απο εμένα. «Εγώ δε φοβάμαι κανέναν, ούτε καν τον θάνατο», είπα ψιθυριστά στον εαυτό μου εν γνώση της αλαζονείας μου και του ψέματός μου, ρουφώντας πρώτα μια τζουρα από το τσιγάρο μου που ακόμα και μετά απο καιρό συνεχίζω να λεω οτι δεν είναι συνήθεια, και μετά μια ρουφηξιά από το χλιαρό καφέ μου, αφήνοντας μια βαριά κουρασμένη εκπνοή.

Ο ατμός και ο καπνός αναμειγνύονται με τέτοιο τροπο που μπορούσα να ξεχωρίζω πρόσωπα στην θαμπαδα. Είδα κι εσένα αλλά ήσουν με την πλάτη γυρισμένη σε εμένα. Οι σταγόνες της βροχής χτυπούσαν με δύναμη στο τζαμί, σχεδόν ρυθμικά. Με νανούριζαν αλλά και με ξυπνούσαν...  με χαλάρωναν και με άγχωναν...
Με έβρισκα και με έχανα. 

Δεν είχα πια φωνή να σε φωνάξω και έτσι σε έχασα στην ομίχλη.

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Για εμάς τους δύο



Κοίτα πλάκα, 
κοίτα πώς ρέουν οι λεξεις, 
σαν ένας κα 
                    τα
                        ρά
                             χτης
παραισθήσεων και συναισθημάτων 
εμπλουτισμένες με λογική του 
κάθε μου είναι. Μα φαίνεται;

Αυτό που νιώθω, το νιώθουν και οι άλλοι; 

Το κάθε μου                        κενό
το αντιλαμβάνονται ή είναι όλοι τους

Κ Ο Μ Π Α Ρ Σ Ο Ι κι ας νομίζουν οτι είναι πρωταγωνιστές

σε ένα θέατρο παραλόγου που φτιάχτηκε μόνο 

                       για εμάς 

                                ...τους δύο;

Η πειθώ που κάνει στα ψέματα για μια τελευταία φορά ότι όλα πάνε μια χαρά, ενώ

Δ ε ν  πάνε καν. 

Δε σου ζητάω να με πιάσεις. 
Ζητάω περισσότερα.

Να με αγγίξεις. 
Κι ας μη με ακουμπήσεις. 
Και μη λες πως δεν ξερεις τον τρόπο.

Μόνο εσυ τον ξερεις. 

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΝΥΧΤΑ ΜΟΥ.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Διάφανο


Το πρόσωπό της ήταν απο πορσελάνη. 
Τα χείλη της απο τριαντάφυλλα.
Τα μάτιά της η βαθύτερη μαύρη θαλασσα, 
θέτοντας τα δάκρυα της αλμυρά.
Οι φακίδες της ηταν πινελιές ενος πίνακα που πολλοί προσπάθησαν να κλέψουν. Κανείς δεν τα κατάφερε.

Το δέρμα της ήταν σχεδόν διαυγές,
τοσο, που διέκρινες τους κεραυνούς μεσα απο τα χερια της,
ένα μικρό τμήμα της καταιγίδας που δεν έλεγε να παύσει.

Φώναζε θέλω κι άλλο κι εγω δεν είχα τίποτα να της δώσω.
Φορούσε εκείνο το μαύρο φόρεμα που με έκανε να μην μπορώ να πω λέξη.
Αυτη ηταν η δικαιολογία μου. 

Στην πραγματικότητα δεν είχα να πω τίποτα.
Να, κάπου εκει άδειασα. Κάπου εκει.

Κάπου στα άκρα της, στα σημεία που αισθάνεσαι γαλήνη
γιατί δε σε νοιαζει αν πέσεις. 

Μα πώς να νιώσω υπαρκτός σε έναν κοσμο που έφτιαξε αυτή, απλά για να πνιγεί περαστικούς;

ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΞΑΝΑ


Ο ουρανός άρχισε να λιώνει και να ρέει απο ψηλά, πέφτοντας σε λουλούδια με άχρωμα πέταλα για να τους δώσει το χρώμα του, δημιουργώντας έπειτα μελάνι για τους συγγραφείς που είχαν ανάγκη να γράψουν γι' αυτόν και γι' όσα δεν μπορούν να αγγίξουν.

Οι κόκκινες λέξεις έγιναν τριαντάφυλλα που δωρίστηκαν απο λάθος άτομα, σε λάθος άτομα για προβλεπόμενους σκοπούς, αν και θα ήταν καλύτερα να καταλήξουν σε περαστικούς, μιας και δεν θα μπορούσες παρά να μαντέψεις τη δικιά τους ιστορία ή τη δικιά σας χημεία σε μια γεμάτη σημάδια γεωγραφία.

Κάποιοι ενώνουν τελείες για να λύσουν γρίφους, άλλοι ενώνουν τελείες για να δουν την ζωγραφιά και αλλοι ενώνουν τελείες για να ζωγραφίσουν αστερισμούς.

Ο ένας κοροϊδεύει τον άλλον γιατι δεν καταλαβαίνονται και εγω χαμογελάω γιατι τους καταλαβαίνω. Μέχρι που ηρθε κάποιος και μου έβαλε μια τελεία στο τέλος της πρότασης μου και ένιωσα εγκλωβισμένος. . . γι' αυτο την συμπλήρωσα με άλλες δυο και συνέχισα να γραφω, χα-χα.

Και στο υπογράφω, πως πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα θελει να βάλει τελεία στην ζωή που γράφεις, όμως ολα μπορούν να κυλήσουν ομαλά, αντικαθιστώντας αυτές με τα διάφορα σημεία στίξης, μα αν πήξεις;!

 Μη ζητήσεις έλεος απο κανέναν δικαστή. Βρες μόνος σου ένα παραθυράκι, άνοιξε το και παρε τον αέρα σου.

 Κι αν εσυ γεμάτος επιχειρήματα και δίκιο, δεις τον δικαστή να σηκώνει και να παει να χτυπήσει το σφυρί του για να σε καταδικάσει... σκότωσέ τον.

Δεν είναι ο Παλιάτσος τελικά που πεθαίνει αλλα αν έπρεπε, τότε τουλάχιστον, ας πεθάνει με λόγο.

Ανάθεμα


Νευριασμένα άρχισα να πετάω ευχές στο καζάνι που έβραζε.
Ευχές που είχα μαζέψει για να στις χαρίσω.
Μα έμεινα χωρίς. Έμεινα με άδεια χέρια.
Αν και είχα μοχθήσει τόσο για τούτες δα τις επιθυμίες,
οι θυσίες μου πήγαν στράφι και σφεντόνα στου διαόλου τι μάνα για να κάθομαι να αναρωτιέμαι το τι εκανα λάθος.

Το τι άξιζε, το τι θα άλλαζα(;)
Τιποτα. Tόσο αμφιλεγόμενη επιλογή αλλα μιλαμε ήδη για παρελθόν. Βλέπω τις ευχές μου να λιώνουν, να σκουριάζουν και να συρρικνώνονται χαμένες στον βυθό του βόθρου.

Αστέρια να πάτε να πεθάνετε.

Ελπίδα, κορόιδεψε κάποιον άλλον. Κι εσυ ρε Καλοσύνη, αλλά και συ Ευγένεια, τι καταλάβατε; Πού ειναι οι λόγοι σας; Δε θα χορέψω με καμία ενοχή γιατί δεν ξέρω να χορεύω. 

Ανάθεμα τα όρια μας κόσμε. Σταμάτα να τρέμεις. Ρούφηξε εγωισμό με καλαμάκι λερωμένο απο κραγιόν και αναγουλιασε.

Ξέρασε την βρομιά που μέρα με την μερα μαζεύεις, να νιώσεις καλυτερα.

Νιώθεις καλύτερα; Νιώθεις καλύτερα; Νιώθεις καλύτερα;

Ο Πυροσβεστήρας



Ένας περίπατος στην κόλαση, από έναν Τυπά που προχωρούσε και έσβηνε τις φλόγες με τον πυροσβεστήρα που πετούσε σαπουνόφουσκες ψάχνοντας να βρει ενδιαφέρον, έλαβε μερος.

Από το πουθενά πήδηξε και εμφανίστηκε εμπρός του ενα κουνέλι. Ένα κουνέλι με μεγάλα αυτιά.
Αυτό του είπε, «Πες μου! Είμαι όλο αυτιά».
Ο Τυπάς δεν άργησε και απάντησε, «ασ΄τα αυτιά, που πάω;».
Και ως έκπληξη το κουνέλι του έδειξε το δρόμο με τα αυτιά του.

Έκανε δυο βήματα, ίσως και τρία αλλα ας μην το πάρω στον λαιμό μου. Πάντως το τελευταίο, το ένα, ήταν με το αριστερό και τότε είδε έναν γνωστό, από το στρατό. Έναν Ουκλανδό που του είπε δυνατά.

«ΟΥΚ ΑΝ ΛΑΒΕΙΣ, παρα του μη έχοντος».

Ο Τυπάς κοντοστάθηκε, σκέφτηκε για λίγο και δώρισε τον πυροσβεστήρα του στον Ουκλανδό. Αυτός έπαιξε για λίγο κάνοντας φούσκες αλλα ο τύπος του τον ζήτησε πίσω. Ο Ουκλανδός αρνήθηκε και ο Τυπας με τη βία, τον ξάπλωσε αρπάζοντας τον πυροσβεστήρα και φέρνοντας του τον στο κεφάλι.

Το καρούμπαλο του Ουκλανδού έδειχνε προς τα δεξιά και έτσι ο Τυπας πήγε αριστερά.

Τώρα ο Τυπας ήξερε οτι έφτανε στο κάτι ενδιαφέρον όταν τον συνάντησε. Ήταν ο φύλακας της κολάσεως, το καμάρι της, το τετράποδο, τρομακτικό και τριχωτό σαλιάρικο τέρας, που όταν νιαούριζε προκαλούσε σεισμό και δέος στους ζωντανούς, στους ψόφιους αλλα και στα φαντάσματα που δεν πίστευαν στην ύπαρξή του, το απερίγραπτο πλάσμα για το οποίο μιλάω τόση ώρα ψιθυριστά για να μη με ακούσει και γίνει χαμός, ονόματι Κωστάκης.

Ο Τυπάς πέταξε τον πυροσβεστήρα και φώναξε «πιάσ' το Κωστάκη!». Ο Κωστάκης απογειώθηκε, τον έπιασε και τον έσκασε από συνήθεια, δημιουργώντας ένα πολύχρωμο σύννεφο σαπουνάδας που έσταζε βροχή, φτιάχνοντας ένα ουράνιο τόξο που επιτέλους μπορούσα να θαυμάσω.
Τα σαπουνόνερα έρεαν προς την επιφάνειά της γης σαν ανυπάκουος καταρράκτης που έγλειφε τα τοιχώματα απαλλάσσοντάς τα απο τις φωτιές.

 Τότε συνέβη το προβλεπόμενο. Εμφανίστηκε ο Διαβολος ακριβώς όπως τον φαντάζεστε, με ανοιχτό μπουρνούζι και παντόφλες.

Ο Τυπας ίσιωσε το κορμί του, ξεροκαταπιε και ξεροειπε,
«Σε μεγάλο δρόμο βγήκα για να έρθω να σε δω».
«Εγώ φταίω που μένεις στου διαόλου την μάνα;», τον διέκοψε ο Διαβολος και το μετάνιωσε οικτρά αλλα για καλη του τύχη ο Τυπας συνέχισε να μιλάει.

«Ήρθα να πληρώσω αυτο που σου οφείλω».
Ο Τυπας έβγαλε 80 ευρώ και τα έσκασε μπροστά του.
«Η κληση για τον πυροσβεστήρα», συνέχισε ο Τυπάς.
«Μα τον Θεό, δε χρειαζόταν», τελείωσε ο Διαβολος.

Και οι δυο τους παρέμειναν σιωπηλοί για λιγο προσπαθώντας να χωνέψουν την πλοκή που εχει πάρει αυτή η ιστορια με τα νοσηρά αλλα και κατα βάση νωχελικά λογοπαίγνια που εχει υποστεί, αβέβαιοι για το άμεσο μέλλον, πόσο μαλλον για το έμμεσο παρελθόν που υπήρξε μεταξύ τους. Η ατμόσφαιρα ειχε πάρει φωτιά αλλα τα φώτα χαμήλωναν λόγο του περιστατικού με τον πυροσβεστήρα. Η σιωπή μεταξύ τους εγινε ανυπόφορη αλλα η ένταση ηταν σε ύψιστα ντεσιμπέλ.

Ο Διαβολος πηρε την πρωτοβουλία. 
«Θες να περασεις για δείπνο;», ειπε με ανασφάλεια.
«Τι έχουμε», ειπε ο Τυπας για να το παίξει δύσκολος.
«Στιφάδο κουνελιού με ουκλανδικη σάλτσα», 
απάντησε ο Διαβολος περίφανα και με το δίκιο του,
δειχνοντας το σιδερωμένο του τραπέζι και τους καπνούς που έβγαιναν απο το φούρνο.

Ο Τυπάς πέρασε μέσα.
Ο Διαβολος έκλεισε την πόρτα.
Αυτή έγινε στάχτες.



Και φάγαν αυτοι καλά και εμείς τίποτα.

Σκάσε



Ε σκάσε. Ναι, βούλωνε. 
Ποιος είσαι εσύ για να με κρίνεις. 
Πώς ξέρεις τι είδα με τα δικά μου μάτια. 

Πώς να ξέρεις εσύ το πως ένιωσα τότε και πώς νιώθω τώρα. 
Δεν ξέρεις πώς ήμουν για να δεις τι σημαίνει πρόοδος
και τι βουτιά στο κενό.  Τι πάθος και τι απάθεια.

Αν σε ενοχλεί τόσο πολύ μια σιωπή τότε κάτσε σκέψου ποιος την προκάλεσε.  Ποια τα αίτια. 

Ειναι κάπως αδύνατον να το καταφέρεις καθώς είναι εξαιρετικά δύσκολο να σκεφτείς κάτι που δεν γνωρίζεις.

Θα γνώριζες αν ήσουν κοντά μου αλλά τότε δεν θα είχα ούτε έναν λόγο να είμαι θυμωμένος, ούτε σιωπηλός. 

Πριν με βγάλεις μίζερο επειδή χάνομαι σκεφτόμενος κάτι παραπάνω από εσένα,  πριν με βγάλεις ηλίθιο επειδή δεν καταλαβαίνεις τι θέλω να πω, ή λάθος επειδή έχεις διαφορετική γνώμη από εμένα, σκέψου πως δεν γίνεται να ξεκινήσεις ποτέ ξανά από το μηδέν με την δικαιολογία ότι το παιχνίδι ξεκίνησε και εσύ δεν πρόσεχες.

Ας πρόσεχες και μην μου ζητάς ρέστα.

Σε είδα στο όνειρο μου



Σε είδα στο όνειρό μου όπως άλλωστε σου είπα ότι θα το κάνω. Ηταν ο λόγος που ξύπνησα αηδιαστικά νωρίς σήμερα χωρίς να καταφέρω να κοιμηθώ ξανά.

 Στο όνειρο, ξύπνησα σε έναν βάλτο και με έναν τυπά μπροστά μου που ήθελε να παίξουμε χαρτιά. Παίζαμε για αρκετή ώρα και όσο έχανα σκεφτόμουν ότι έκλεβε ενώ όσο νικούσα, σκεφτόμουν πόσο καλός είμαι σ' αυτό το παιχνίδι, τύχης και χαμογελούσα. Έπεφτε ο ήλιος και γύρισα με τον ξένο σπίτι μου, η πόρτα ανοιχτή και τα φώτα αναμμένα αλλά κανείς εκεί. 

 Αρχισε να βρέχει. Εξω από το σπίτι αλλά και μέσα στο σπίτι, και δεν φαινόταν να μπορώ να κάνω τίποτα για αυτό γιατί το ταβάνι φαινόταν ακέραιο. Τα μαύρα σύννεφα πλέον ήταν καπνός για τα πνευμόνιά μου αλλά δεν θα άφηνα το σπίτι μου για μια μικρή μπόρα. Κάθησα σε μια γωνία του καναπέ και παρακολουθούσα τα χιόνια και τα βουητά που εκφωνούσε η τηλεόραση ενώ ο ξένος έπαιζε πασχέτζα μέχρι που κοίταξα στο τζαμί του παραθύρου.

 Ειδα μια γυναίκα να στέκεται καθρεφτιζόμενη από το γυαλί στην πόρτα αλλά όταν κοίταξα εκεί δεν ήταν κανείς. Πλησίασα την πόρτα και άκουσα φωνές στην σκάλα, τρομοκρατήθηκα γιατί φοβόντουσαν περισσότερο από εμένα. Ο τυπάς με τα χαρτιά με έσπρωξε, χτυπώντας σε κάθε ένα από τα σκαλοπάτια του υπογείου, έκλεισε και έπειτα κλείδωσε την πόρτα. Αλλα εκεί κάτω δεν έβρεχε, ούτε πνιγόμουν, ούτε με ενδιέφερε αν θα κέρδιζα ή αν θα έχανα στα χαρτιά. Εκεί το σκοτάδι με αγκάλιασε σφιχτά και η γυναίκα με νανούρισε γλυκά.

Το σπίτι δεν είναι σπίτι υποχρεωτικά.


Τοτε με ρώτησες που τελικά ήσουν στο όνειρο μου.
Αυτο σε νοιάζει; 

Ηρεμία



Η πόρτα κλειδωμένη από μέσα και το κλειδί άφαντο σε ένα άδειο δωμάτιο.

Το πηγάδι υπερβολικά βαθύ. Η πτώση εξωφρενικά μεγάλη.
Σπασμένα δόντια καταγής και οι ανάσες πρόχειρες.
Η ενέργεια ελάχιστη και η ελπίδα παθαίνει ασφυξία.
Έχουμε μιλήσει για αυτούς …

Αυτούς τους εφιάλτες που δεν τελειώνουν και θέτουν την πραγματικότητα φτωχή. Για αυτό αναζητώ διάρκεια στα δευτερόλεπτα μεταξύ ύπνου και ξύπνιου.

Εκει που σβήνω για λίγο και το αίμα μου ανάβει.
Εκει οπού αγκομαχώ ασυναίσθητα αγγίζοντας την ηρεμία που τόσο λαχταρώ.

Κάπου εκεί καταλαβαίνω τι πάω να φτάσω και φοβάμαι.
Τότε θρύψαλωνεται το όνειρο της πραγματικότητάς μου.


Θελω να μείνω στο κενό και να μη μου το μαρτυρήσει κανείς.

Η Αυτοκτονία



Ένα κυριακάτικο απόγευμα, ένας άντρας έπινε τον καφέ του και χαλάρωνε στο μικροσκοπικό μπαλκόνι της πολυκατοικίας.

Ο ήλιος άρχισε να πέφτει για να χαθεί σιγά-σιγά πίσω από τα υπόλοιπα κτίρια. Είχε καιρό να τον χαζέψει και τώρα που το έκανε είχε αρχίσει να ηρεμεί.

Βλέπετε, είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν φήμες για τον άντρα.
Κάτι μισόλογα για θλίψη και ψυχοφάρμακα.
Η μοναδική του απόδραση από το αδιέξοδο ήταν η αυτοκτονία.
Δηλαδή έτσι είχαν καταλάβει οι γείτονες απ΄τα συμφραζόμενα των λέξεων που αυτός στην πραγματικότητα δεν ξεστόμισε ποτέ του.

Γι΄αυτό οι γείτονες τον είχαν όλοι από κοντά αλλά ταυτόχρονα τόσο μακριά. Οι φήμες είχαν προκύψει από τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια του, από τις πληγές στα χέρια του και το πάντα ακατάστατο μαλλί ως ένδειξη απελπισίας, αυτοκαταστροφής και εξαθλίωσης. 

Κανείς δε σκέφτηκε ότι για αυτόν ο ύπνος είναι χάσιμο ύπνου, ότι του αρέσει να παίζει απρόσεκτα με την γάτα του και ότι η χτένα δεν του προκαλεί απλά κανένα απολύτως ενδιαφέρον.

Τα σίδερα στο μπαλκόνι φαινόταν να φυλάκιζαν τη ζωντάνιά του ουρανού και συνάμα όλου του κόσμου. Ο άντρας πλησίασε, πήδηξε τα κάγκελα και στάθηκε ακουμπώντας ενάντια τους.

Κατω στον δρόμο περνούσε μια γριούλα που τον είδε.
«Βοήθεια», φώναξε, «Αυτός θέλει να πηδήξει».
Μεσα σε δυο μόνο λεπτά είχαν μαζευτεί άλλες δυο γριούλες, τρία παιδιά, πέντε άντρες, έξι γυναίκες, ένα κανάλι και ένας σκύλος. Του φώναζαν ασυντόνιστα όμως αυτός δεν είχε δει ή ακούσει τίποτα. Ήταν απορροφημένος από την ομορφιά του θεάματος που εκείνοι δεν έβλεπαν.

Το τσούρμο πλέον κοιτούσε και μιλούσε χωρίς ουσιαστικές ενέργειες για να "σώσουν" τον άντρα. Η κατάσταση θύμιζε τσίρκο και η "αναμενόμενη" βουτιά του ήταν το φινάλε.

«Χαμένο κορμί, αν δεν τα καταφέρει τώρα θα προσπαθήσει άλλη φορά».
«Θέλει μόνο να τραβήξει την προσοχή, δεν πρόκειται να πέσει», συμπλήρωσε κάποιος άλλος. «Άντε πήδα», φώναξε ένα παιδί με το κινητό στο χέρι τραβώντας βίντεο. Με τα πολλά, το ηλιοβασίλεμα τελείωσε. Ο άντρας μπήκε στο δωμάτιο του να συνεχίσει την ήρεμη Κυριακή του.

Ο καθένας πήγε σπίτι του με έναν από αυτούς να λέει την τελευταία φράση της βραδιάς.
«Σας το είπα ότι δεν θα το έκανε».

Την πρώτη φράση του πρωινού της επόμενης μέρας την είπαν οι εφημερίδες.

‘ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΧΡΟΝΗΣ.’

Σκοτάδι για Φως



Σε έναν παράλληλο κόσμο αλλά και κάθετο σε αυτόν,
οι άνθρωποι αλληλεπιδρούσαν με έναν τρόπο ιδιαίτερο.
Η ανικανότητα του να κρυφτείς από αυτό που πραγματικά είσαι, έπαιρνε ρεαλιστικές πτυχές. Ήταν αδύνατον να κρυφτείς από την ίδια σου την σκιά και καλά κάνεις και την φοβάσαι, μιας και σε αυτόν τον κόσμο αγαπητοί μου, κάθε σκιά εδώ ήταν ο καθρέφτης της ψυχής κάθε ατόμου.

Οι όμορφες ψυχές έριχναν σκιές ως αποτυπώματα που έμοιαζαν με αγγέλους, το σκοτάδι της σκιάς φάνταζε φωτεινό και η αγνότητα εξαπλωνόταν σ' όλους τους ορίζοντες. Από την άλλη, οι διεφθαρμένες ψυχές αντικαθρέπτιζαν φθόνο, κέρατα, και φωτιές.
Οι διεφθαρμένες ψυχές δεν θα υπόκυπταν ποτέ σε κάποια διαδικασία κάθαρσης, αν και ντρέπονταν για την μαύρη σαν πίσσα καρδιά τους, αλλά όχι αρκετά, ώστε να προσπαθήσουν στο ελάχιστο για κάποια αλλαγή. Είχαν μάθει σαν άνθρωποι να προσποιούνται την καλοψυχία σαν να πήγαζε από μέσα τους, αλλά το φως πρόδιδε τις διαθέσεις τους. Όμορφοι και πονηροί, εκμεταλλευόμενοι το ό,τι είχαν, αποφάσισαν να εμφανίζονται μόνο την νύχτα. Το πέπλο της θα κάλυπτε της ασχήμιες της ζωής τους και θα άνοιγε πόρτες για περισσότερη, πολυπόθητη  διχόνοια. 

Οι άνθρωποι με τις καλές ψυχές, περήφανοι για τον εαυτό τους,
δεν είχαν λόγο να μπουν σε πειρασμούς και σε αρνητικές μεταβολές επί των εαυτών τους και για αυτό αποφάσισαν να ζήσουν τις ζωές τους κατά την διάρκεια της ημέρας.
Την ημέρα, όπου η κάθε ηλιαχτίδα θα έδινε σιγουριά και επιβεβαίωση για τις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ των υπολοίπων του είδους. Έτσι και αλλιώς, το βράδυ είναι μονάχα για ύπνο και όνειρα γλυκά με βάση το σκεπτικό τους. Όμως ένας από αυτούς δεν μπορούσε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ.

Τα συνεχόμενα χάδια από την ακατάπαυστη ευγένεια, είχαν αρχίσει να του ερεθίζουν το πρόσωπο. Ήθελε κάτι νέο, κάτι το οποίο θα έπρεπε να είναι δική του επιλογή. Να μην χαρακτηρίζεται ούτε από το χρόνο μα ούτε από τη συνήθεια.
Γι΄αυτό, ένα βράδυ, σηκώθηκε απότομα πετώντας τα παπλώματα στο πάτωμα και το έσκασε απ΄το σπίτι. Πήγε να κάνει μια βόλτα ανάμεσα στα δαιμόνια της πόλης.

Το σκοτάδι ήταν πυκνό και ο άντρας είχε αρχίσει να περιπλανιέται σαν παρατηρητής στους δρόμους ψάχνοντας ένα σημάδι σε κάποιον άνθρωπο που θα του έδινε την εντύπωση πως ήταν σαν και αυτόν.

Προχωρώντας συνάντησε ένα κορίτσι. Το κορίτσι είχε αναψοκοκκινισμένα μάγουλα πάνω στα οποία έρεαν ποτάμια δακρύων από τα μάτια του και η φωνή του πνιγόταν από τον φόβο.

«Χάθηκα κύριε, δε βρίσκω την μαμά μου, μπορείτε να με βοηθήσετε;», είπε το κορίτσι και ο άντρας από συνήθεια άπλωσε το χέρι του να τη βοηθήσει. Εκείνη τη στιγμή ένα αμάξι πέρασε λούζοντας τη φιγούρα του κοριτσιού με το φως από τους προβολείς εμφανίζοντας μια σκιά που ήταν αρκετή για να ταράξει τον άντρα. Ο άντρας απομακρυνόταν ενώ το κορίτσι ζητούσε ακόμα την βοήθειά του.

Ο άντρας κοντοστάθηκε για μια στιγμή για να πάρει ανάσα και να συνέλθει. «Είστε καλά κύριε;», ακούστηκε μια γυναικεία φωνή και αυτός σηκώνοντας το βλέμμα του είδε την σιλουέτα της γυναίκας και έπειτα το πρόσωπο της. Εκείνη τον πλησίασε με ευγένεια αλλά και πόθο. Ήθελε να του κάνει παρέα αλλά αυτός φοβόταν να την κοιτάξει.
Ήταν πανέμορφη.  

«Θέλετε να έρθετε μαζί μου; Φαίνεστε κουρασμένος, ελάτε, πάμε σπίτι μου», έλεγε γλυκά η γυναίκα και εκείνος άρχισε να έχει δεύτερες σκέψεις μέχρι που ένας γέρος μπήκε στη μέση.

Ο γέρος ήταν κουτσός με μπαστούνι. Τα ρούχα του ήταν σκισμένα, τα γένια του βρωμικά και μύριζε αλκοόλ. «Δε βαρεθήκατε να σφάζεστε μεταξύ σας; Δεν βαρεθήκατε να ξεγελάτε και να ξεγελιέστε; Να κάνετε και να παθαίνετε κακό; Πως κατήντησα εδώ;», μονολογούσε ο γέρος σε μορφή διαλόγου.

Ο άντρας τον ρώτησε ποιος ήταν και τι έκανε. Φυσικά του απάντησε πως δεν θυμόταν το όνομα του, είχε τόσο καιρό να το προφέρει γιατί δεν εμπιστευόταν κανέναν κακόψυχο από τότε που άρχισε να βγαίνει το βράδυ έξω. Του είπε ότι έψαχνε κάποιον σαν και του είδους του.
Το είχε τόσο ανάγκη, τόσο που ορκίστηκε στον εαυτό του ότι δεν θα ξημέρωνε ποτέ για αυτόν το πρωί, μέχρι να τα κατάφερνε. 

Ο άντρας του εξήγησε γεμάτος χαρά ότι και αυτός είχε τους ίδιους ακριβώς σκοπούς και ότι θα άξιζε να ρισκάρει τα πάντα για να επιβεβαιώσει ότι πέτυχε τον σκοπό του. Έναν σκοπό που θα τον γέμιζε ηθικά και θα τον καληνύχτιζε πιο γλυκά και από παραμύθι. 

Ο γέρος δεν μπορούσε να σταματήσει να γελάει.
«Πιστεύεις ότι μπορείς να με κάνεις να σε πιστέψω με αυτά τα λόγια; Αφού θα εξαφανιστείς σε λίγο και εσύ όπως έκανε η γυναίκα που ήταν δίπλα σου’». Κοίταξε δίπλα του και η γυναίκα είχε γίνει καπνός. Ο γέρος συνέχισε να μιλάει. «Δε με πείθετε δαιμόνια, σας έμαθα πια, δεν μου κρύβεστε, είστε όλοι ίδιοι».

Ο άντρας δεν είπε κουβέντα στον γέρο και περπάτησε για το σπίτι του, γεμάτος φόβο γιατί δεν ήθελε να έχει την ίδια κατάληξη με τον γέρο. Όμως υπήρχε άλλο ένα συναίσθημα στην καρδιά του. Λεγόταν απογοήτευση μιας και ήταν ανοιχτός στο να εμπιστευθεί τον οποιοδήποτε, αλλά δεν σκέφτηκε στιγμή αν ο ίδιος θα ήταν έμπιστος στα μάτιά των άλλων. 

Σε όποιον κόσμο και να βρισκόμαστε οι κανόνες είναι ίδιοι, 
να προσέχεις.