Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Διάφανο


Το πρόσωπό της ήταν απο πορσελάνη. 
Τα χείλη της απο τριαντάφυλλα.
Τα μάτιά της η βαθύτερη μαύρη θαλασσα, 
θέτοντας τα δάκρυα της αλμυρά.
Οι φακίδες της ηταν πινελιές ενος πίνακα που πολλοί προσπάθησαν να κλέψουν. Κανείς δεν τα κατάφερε.

Το δέρμα της ήταν σχεδόν διαυγές,
τοσο, που διέκρινες τους κεραυνούς μεσα απο τα χερια της,
ένα μικρό τμήμα της καταιγίδας που δεν έλεγε να παύσει.

Φώναζε θέλω κι άλλο κι εγω δεν είχα τίποτα να της δώσω.
Φορούσε εκείνο το μαύρο φόρεμα που με έκανε να μην μπορώ να πω λέξη.
Αυτη ηταν η δικαιολογία μου. 

Στην πραγματικότητα δεν είχα να πω τίποτα.
Να, κάπου εκει άδειασα. Κάπου εκει.

Κάπου στα άκρα της, στα σημεία που αισθάνεσαι γαλήνη
γιατί δε σε νοιαζει αν πέσεις. 

Μα πώς να νιώσω υπαρκτός σε έναν κοσμο που έφτιαξε αυτή, απλά για να πνιγεί περαστικούς;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου