Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

Η Γιορτή

Τελειώνει κι αυτό το βιβλίο με τις κιτρινωπές σελίδες.
Τα ματωμένα και μουτζουρωμένα από μελάνι και ποτό φύλλα που γράφαμε αδιάκοπα.

Μάλλον αυτό γιορτάζουμε.
Μια γιορτή είναι άλλωστε.
Δε χαίρεστε μαζί μου;

Και πόσα πράγματα μάθαμε, πόσα ξεχάσαμε;
Τα πράγματα που κάναμε, τα πράγματα που δεν κάναμε.
Τα άτομα που γνωρίσαμε, ποια απ’ αυτά κρατήσαμε;

Ο δρόμος μακρύς και δύσβατος.
Εσείς φτάσατε αρκετά μακριά;

Ομως η νέα χρονιά δεν είναι νέα αρχή.
Θα συνεχίσουμε να παίζουμε με όσα παίξαμε.
Τα κερδισμένα, τα χαμένα, κλεμμένα ή όχι.

Οπου ένα κορίτσι βιάζεται σε ένα στενό,
κάποιος αγκαλιάζει τρυφερά την καλή του.

Οπου μια δολοφονία αφήνει την παγωνιά της,
εκεί βρίσκεται η αφορμή για τη ζεστασιά μιας γέννας.

Οπως κάποιος τρέχει να ξεφύγει,
έτσι κάποιος άλλος ψάχνει για να βρει.

Κανένας δείχτης ρολογιού δεν έχει λόγο εδώ,
κανένα σημείο μηδέν δε θα αλλάξει εμάς.

Εμείς αλλάζουμε εμάς, αυτή τη χρονιά, και κάθε χρονιά.

Για αυτό απαντήστε μου,

                                            Τα πράγματα θα είναι αλλιώς φέτος;




Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2018

Ιστορίες για Αγίους

Όλοι είμαστε όσο ανοιχτόμυαλοι όσο το επιτρέπει το κλειστό μυαλό μας.

Η ομορφιά υπάρχει παντού.
Η ασχήμια το ίδιο.
Εκεί που σταματάει το «εγώ» αρχίζει το «υπερεγώ».

Και τώρα που κάνω τα πάντα για εμένα είμαι εγωιστής.
Και τώρα που κάνω τα πάντα για όλους, θέλω να με κοιτάξετε.

Θέλω να με καταλάβεις και δε θέλω. Θέλω να είμαι διαφορετικός για να κλαίγομαι λίγο περισσότερο. Θα αισθανθώ άραγε ποτέ μοναδικός; Μοναδικός και μόνος.

Λες να γίνω μια μέρα ο μυστήριος πρωταγωνιστής;

Γέλασα στην καρέκλα του σκηνοθέτη με πλατό το κεφάλι μου.
Δε θα φανώ απόψε. Πρέπει κάτι να βρω.

Και.. CUT!


Υπέροχο. 


Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018

Το Αλεξίσφαιρο Χαμόγελο

Είχε αλεξίσφαιρο χαμόγελο.

Δεν το διαπερνούσε τίποτα.

Ούτε λόγια, 
                     ούτε βλέμματα.

Ήταν θεραπευτικό.

Ήταν σαν μαγεία.

Κανένα γιατρικό δε έκανε όσα κατάφερνε να κάνει εκείνη με το χαμόγελο της.

Θα έλεγε κανείς ότι είχε χάσει τα λογικά της,
                                                                                 όμως όχι.

Οι λέξεις ήταν εκεί.

Έπρεπε κάποιος να τις βάλει στη σειρά.

Και προσπαθώ να τις βάλω,
                                                  και θέλω να το κάνω.

Μα αυτές πατιούνται σαν μισοσβησμένα αποτσίγαρα στα βρεγμένα πεζοδρόμια.

Μια πρόσκληση στον κάδο.

Κάτι σκισμένα χαρτιά.

Ένας σκασμός ανεκπλήρωτα όνειρα.

Χαμογέλα μου.

    


                                                                                        


Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Τι λείπει;

Το μυαλό μου παστώνει.
Η ματιά μου γίνεται τεμπέλικη και κουρασμένη.
Η νύχτα είναι πια μέρα και μέρα δεν υπάρχει.
Αν το θυμηθώ μπορεί και να πεινάσω.
Τα τραγούδια μου ακούγονται ίδια και χιλιακουσμένα.

Τι λείπει;

Να σου μιλήσω;
Δε θέλω να μιλήσω.
Δεν έχω κάτι να σου πω άλλωστε.
Σου είπα δε σκέφτομαι τίποτα.
Τότε γιατί δακρύζω;

Τι λείπει;

Γιατί τα γράφω αυτά;
Τι σε νοιάζουν κι εσένα;
Γιατί διαβάζεις ακόμα;
Τόσες ερωτήσεις, δε θα απαντηθούν ποτέ.
Μα λίγο πειράζει.

Το μόνο που θα ‘θελα να ξέρω,

Τι  λείπει;






Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

Σπάσε τον Καθρέπτη

Τα πάθη σου γίναν άνθη για να στολίσουν τον κήπο σου, η μισή περηφάνια και η υπόλοιπη χαρά, να ριζώσουν σε κάθε γυμνό σώμα να του θυμίζει πως είναι ζωντανό.

Μη σωπαίνεις, οι ιδέες θάβονται, δεν πεθαίνουν.

Το φεγγάρι λάμπει επειδή του δίνεις φως και δημιουργεί κόσμους, τόσους πολλούς που ο καθένας μπορεί να έχει τον δικό του αλλά όλοι ζουν στο ίδιο γιατί ο άνθρωπος φοβάται τη μοναξιά και τους κατοικίδιους δαίμονες που ξέρεις πως θα είναι εκεί, εφόρου ζωής.

Βλέπω στον καθρέπτη και ελπίζω να λέει ψέματα.

Σε βλέπω και ξέρω ότι μπορείς να τον σπάσεις για να μείνω κι εγώ εδώ, να μην περάσω από την άλλη.

Θα φροντίζω τον κήπο σου, θα παίζω με τους δαίμονες σου, θα πάρω όσα χρόνια κακοτυχίας αρμόζουν στους ώμους μου αλλά σε παρακαλώ, κάνε μου τη χάρη.


Σπάσε τον καθρέπτη.


Σάββατο, 4 Αυγούστου 2018

Ξεκούρδιστα και Σκουριασμένα

Μόνοι και μαζί. Βαρκάδα στη λίμνη που οι σκιές βαλμένες σε κουστούμια χορεύουν τζαζ στον ρυθμό του ξύλινου σαπισμένου πιάνου και μιας σκουριασμένης τρομπέτας.

Νεκρές ερωμένες κοιτάζουν το φεγγάρι και το ρωτάνε τι έκαναν λάθος. Το φεγγάρι δε τους απαντάει.

Προσκλήσεις και γράμματα πέφτουν σαν κύκνεια φτερά και πούπουλα στη λαδωμένη λίμνη που θα άρπαζε φωτιά αν δεν έλειπε η σπίθα.

Όμως τα κενά μάτια είναι λατέρνες και λαμπάδες για όσους έζησαν μόνοι τους. Για κάποιους οι κηδεία είναι γιορτή, ο γάμος φυλακή και η γέννηση δοκιμασία.

Δεν υπάρχουν πια λιμάνια. Ούτε στάσεις. Τα αστέρια είναι τα πιο ακριβά πυροτεχνήματα γιατί θέλουν χρόνο.

Ο πιο κουρασμένος ξάπλωσε το δισκοπότηρο του στη λίμνη και έσταξε κόκκινο κρασί στα ματωμένα του χείλη. Θυμωμένοι γελωτοποιοί έτρωγαν λιωμένη σοκολάτα στα ετοιμόρροπα κλαδιά που απλώνονταν πάνω από τη λίμνη.

Ένας απ’ αυτούς κλαίει εδώ και χρόνια γιατί του έπεσε το καπέλο και δεν ξέρει κολύμπι.

Τα άυπνα μάτια βλέπουν πράγματα που άλλοι δεν μπορούν και τα στραβά τσιγάρα βραχνιάζουν το χώρο. Ο καπνός γίνεται ομίχλη. Τα δέντρα δάσος, η λίμνη νερό. Τα κουστούμια δε θα ξαναφορεθούν. Οι μάσκες όμως ναι.

Οι προσκλήσεις βυθίστηκαν. Τα μάτια έσβησαν καθώς το πιάνο ξεκουρδίστηκε και ο αέρας στην τρομπέτα τέλειωσε.


Τα κοράκια θα σε συνοδεύσουν τώρα κάπου αλλού, η βραδιά σου τελείωσε γιατί για καλή σου τύχη βρέθηκες στη λάθος μεριά του δρόμου.


Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

Η Επιστροφή

Όταν είσαι εσύ αυτός που γράφεις την ιστορία, διαλέγεις και το τέλος της. Αυτή η ιστορία όμως με είχε για πρώτη φορά πρωταγωνιστή πλάι σου.

Φώναξα έρχομαι, ψιθύρισες φεύγω.

Η Ιθάκη μου είχε πάρει φωτιά. Δεν την πρόσεχα, δε μπορούσα. Με πυξίδα κάθε ανάμνηση και χάρτη κάθε χαμόγελο σου ήξερα ότι δεν μπορούσα να χαθώ.

Αλλά κάτι έγινε κάπου εκεί.

Εκεί που η σκέψη μου για εσένα, πριν να κοιμηθώ ήταν νανούρισμα και  αφότου ξυπνήσω ο πιο νόστιμος καφές, κάπου εκεί σου λέω, έγινε άπνοια και ένας παραπάνω εφιάλτης.

Είναι κάπως άδικο γιατί για εμένα ποτέ δεν ήταν κάτι το τυπικό. Ποτέ δεν ήταν μια συνήθεια. Μου ήταν αναγκαίο. Μου είναι αναγκαίο. Κανένα μέτριο συναίσθημα, καμία μέτρια κατάσταση.

Φαντάσματα με χαδεύουν, φαντάσματα με αγκαλιάζουν για να με κοροϊδέψουν.

Η απουσία της φωνής σου κάνει εκκωφαντικό αντίλαλο.
Πονάω γιατί επέστρεψα και δε βρήκα σπίτι.

Το τελευταίο κεφάλαιο ονομάζεται «η Επιστροφή».
Δικιά μου επιστροφή, δικιά σου επιστροφή, δικιά μας επιστροφή.

Πάω να γυρίσω σελίδα μα είναι βαριά και οι άκρες της κόβουν σαν ξυράφι. Δε θέλω να διαβάσω το τέλος στο αγαπημένο μου παραμύθι. Γιατί αν το τέλος δεν είναι ωραίο, τότε τι έγινε με το υπόλοιπο βιβλίο;






Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

Η Φωτιά στο Λιμάνι

Κάθε φορά που ένα πλοίο πλησιάζει στο λιμάνι βρίσκομαι εκεί. Ο ήλιος μπορεί να καίει, το φεγγάρι το ίδιο.

Τα πλοία πετάνε τα σχοινιά τους για να δεθούν κι έπειτα λύνονται ξανά για να φύγουν πριν προλάβω να το συνειδητοποιήσω. Εικονικά δεσμά.
Νομίζω πως ακολουθούν το πιο φωτεινό αστέρι είτε αν αυτό φαίνεται είτε όχι.

Τα πλοία ανοίγουν το στόμα τους για να μιλήσουν δεκάδες πρόσωπα και για να καταβροχθίσουν άλλα τόσα. Πάντα κοιτάω προσεκτικά μήπως και βρίσκεσαι ανάμεσα τους όμως δε σε αντικρίζω.

Βρίσκομαι ένα σκαλοπάτι μακριά πριν εξαφανιστώ. Βρέθηκα ήδη πολλές φορές. Θα βρεθώ περισσότερες.

Και ξέρω πως αν κάνω ένα βήμα παρακάτω, θα χαθώ στον ορίζοντα μαζί με όσους άφησα τόσο ελπιδοφόρα να χαθούν. Και ο βρεγμένος αέρας θα μου δίνει αγκαλιές ανακούφισης καθώς κοιτάζοντας πίσω το λιμάνι θα λάμπει στη φωτιά του.

Από τότε τα ρολόγια θα κυλάνε αθόρυβα, κάθε ήχος θα είναι μουσική και κάθε χαμόγελο πραγματικό.


Μου λείπεις.



Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

Το Βάρος της Απογοήτευσης

Φοβάμαι. Αυτή είναι η λέξη.
Δε θέλω να απογοητεύω, το σιχαίνομαι.

Αλλά θέλω να μείνω εδώ, να πάω εκεί, να ξεφύγω από την άλλη.

Πετάω σε μια θάλασσα που με πνίγει από μέσα. Όταν νυχτώνει και σηκώνεται η παλίρροια, η θάλασσα ξεχειλίζει από τα μάτια μου σαν να ήθελε να το κάνει καιρό τώρα.

Ξεχειλίζει σαν ένα ποτήρι μουχλιασμένο γάλα. Δεν είναι μακράς διαρκείας.

Ούτε αυτό, ούτε εγώ.

Τα έντομα μου φωνάζουν. Μου λένε πως δεν τα πάω καλά. Τους απαντάω πως το ξέρω.

Στα όνειρα μου βλέπω βέλη που καλύπτουν τον ουρανό, που κρύβουν τον ήλιο να πέφτουν προς το μέρος μου. Ανοίγω τα μάτια μου και ο ήλιος καίει ανελέητα.

Και καθώς σέρνομαι στο κρεβάτι μου γονατιστός, μια προσευχή που δεν έκανα ποτέ, νιώθω τους τοίχους του δωματίου να ξεφλουδίζουν, τη βρύση να στάζει, το μαξιλάρι να σκληραίνει.

Πάω και ξερνάω θαλασσινό νερό. Ευτυχώς δε με είδε κανένας.

Κάποιος με διέταξε να αναπνεύσω και ξέχασα πως γίνεται.

Οι λέξεις πληρώνονται. Γύρισα τη φόδρα από τις τσέπες να πληρώσω αλλά δεν είχα τσέπες.

Τι αρκεί όταν δεν αρκείς;

Γιατί λίγα δευτερόλεπτα πριν να πω το φτάνει, στραμπούλιξα το στομάχι μου και μπέρδεψα τα λόγια μου.


Απόψε επιπλέω.


Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Κάτι σαν Ανάσταση

Σύρθηκα ως το μπάνιο.
Άνοιξα το ντους και κρύο νερό άρχισε να πέφτει.
Ταράχτηκα και τρόμαξα. 
Σα να ξύπνησα από εφιάλτη.
Το νερό γινόταν όλο και πιο ζεστό.
Θυμιζε βάπτιση.
Το βρομισμένο νερό έρεε στο γυμνό μου σώμα.
Δεν κρυβόμουν πίσω από ρούχα.
Παρά μόνο απ’ τις κουρτίνες.
Κάπου εκεί ξεκίνησε η εξομολόγηση.
Κάπου εκεί μιλούσα σε εμένα.
Αυστηρός δικαστής.
Δάκρυα κυλούσαν απ’ τα μάτια.
Έδεναν πανέμορφα με το νερό του εξομολογητηρίου.
Το νερό είχε γίνει πια καυτό.
Έγλειφε τις αμαρτίες και τη βρώμα από πάνω μου.
Τις έκανε να εξαφανίζονται ανάμεσα στην ομίχλη των υδρατμών.
Καιγόμουν, πονούσα, ένιωθα ότι έπρεπε να το υποστώ.
Και η βρύση έκλεισε. Σα να είχα πεθάνει.
Μα γεννήθηκα ξανά ελαφρύτερος.
Μια στημένη ανάσταση.

Και τώρα που έστειλα τις αμαρτίες μου στον υπόνομο, στέγνωσα, έβαλα ρούχα και λίγη κολόνια.


Τώρα δεν έχω άλλο να κάνω παρά να με γεμίσω με τα ίδια λάθη.


Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Διαυγής και Κρύσταλλο


Με πίεσες αρκετά ώστε να γίνω διαυγής και κρύσταλλο.

Αλλά το επόμενο πρωί αντί να με κρατήσεις, με πούλησες σε τιμή βρεγμένου κάρβουνου, για να μη ζεστάνω ποτέ κανέναν.

Σε είδα ένα βράδυ με εκείνο το μαύρο φόρεμα και ένα κολιέ γεμάτο διαμάντια.

Τότε κατάλαβα.

Θα σε βάραινα κοριτσάκι μου, με συγχωρείς.

Να το βγάζεις όταν κοιμάσαι, μην τυχών σε πνίξει στο ύπνο σου.

Πόσα καράτια μπορεί να αντέξει η ανάσα σου;

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Το Αγόρι

Το  αγόρι μεγάλωσε. Το αγόρι ήθελε να γίνει άντρας. Σαν τον πατέρα του. Το ξανασκέφτηκε. Γινόταν τελικά χωρίς να γίνει.

Εθελοτυφλούσε υποσυνείδητα. «Πώς αλλιώς θα αλλάξει ο κόσμος;» έλεγε κι άναβε το τσιγάρο του γιατί τίποτα δεν φοβάται κι έβαζε κι άλλο τζιν γιατί φοβόταν τα πάντα.

Κι ενώ τα ήξερε όλα δεν ήξερε τίποτα. Κι ενώ όλοι στο κεφάλι του του έλεγαν πόσο καλά τα πάει, αυτό κρατούσε ανάποδα τον χάρτη.

Κι έτσι, όταν πια έφτασαν στο τέλος, βρισκόταν στην αρχή.
Το αγόρι που δεν φοβόταν πια το σκοτάδι, τώρα τρέμει χωρίς να ξέρει γιατί.

«Οι άντρες δεν κλαίνε». Τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα.
Και το αγόρι που φώναζε τόσο δυνατά έχει τη φωνή του κλειστή.

Όλη αυτή η γκρίνια αποδείχτηκε σαμποτάζ στα ίδια του τα σχέδια. Κάτι είχε υποσχεθεί όμως. «Που πήγαν οι υποσχέσεις σου μικρέ;»

Από ποιον θα ζητήσει πρώτα συγγνώμη;

Το αγόρι άφησε πίσω του πυξίδες, φακούς και χάρτες και χάθηκε στο δάσος.

Εκεί δε θα το έβρισκε κανείς, μα πάνω απ’ όλα…
                                                                                         δε θα έβρισκε κανέναν.