Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Ανθρώπου Λέξις

Η σκάλα για τον παράδεισο πάει προς τα κάτω.

Το κάθε σκαλοπάτι τρίζει στο μπουντρούμι και το φως είναι υπερβολικά μακριά για να φανεί.

Σίγουρα υπάρχει;

Και προχωρώντας στην άβυσσο οι δαίμονες σου θα παίζουν μαζί σου.

Θα σε τραβολογάνε,
θα σε σπρώχνουν,
θα σε φτύνουν,
θα γελάνε μαζί σου.

Δε θα ‘χουν κι άδικο.

Δε θα σε αφήνουν να ηρεμήσεις. Ούτε να κοιμηθείς. Δε θα σε αφήνουν πολλές φορές ούτε να αναπνεύσεις.

Θα κάθονται επάνω σου κι ας μην μπορείς να σταθείς στα πόδια σου.

Να μπορέσεις.

Γιατί δεν το κάνουν από κακία.
Μην το παίρνεις προσωπικά.
Κάνουν πλάκα. Παίζουν.

Όλα είναι τόσο αστεία. 

Κοίτα το χαμόγελο τους, κοίτα πώς λάμπει στο σκοτάδι για χάρη σου. Γέλα μαζί τους. Και όταν καταλάβουν ότι είσαι ένας από αυτούς θα σε υπακούνε όπως τους υπάκουες εσύ όλον αυτόν τον καιρό.

Μα όταν φτάσει η μέρα που θα συμφιλιωθείς με τους δαίμονες σου, τότε θα σταματήσεις να τον ψάχνεις. Γιατί ποιος θέλει παράδεισο δίχως τα κομμάτιά του;

Θα έχεις πια φτιάξει τον δικό σου. 

Θα τον ονομάσεις Ζωή. Ψυχή μου εσύ.






Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Καλέ μου Βασιλιά

Ο κόσμος θέλει και δε θέλει να αλλάζει. Δεν υπάρχει κανείς να πει κάτι που θα ήθελα να ακούσω. Κοιτούσα το χώμα ψάχνοντας κάποιο σημάδι. Σκόνη κι αποτσίγαρα. Μα ξάφνου, λίγο πριν βρίσω, κοίταξα τον ουρανό.

Μέσα στον μουντό καμβά του κόσμου, ο ήλιος έπεφτε σαν Βασιλιάς σε πόλεμο, λούζοντας τα λευκά μαξιλάρια του κοιμητηρίου τ' ουρανού, αφήνοντας πορτοκαλιές και κόκκινες ανάσες για να θυμίζει σ' όλους το έργο του. Η θερμοκρασία όσο ψηλή και να φάνταζε, τόσο χαμηλή ήταν.

Η περηφάνια συνελήφθη σε μια σταγόνα, σε ένα κρυσταλλωμένο δάκρυ απάνω στα σκονισμένα μάγουλα ενός ταλαιπωρημένου προσώπου. Οι άντρες κλαίνε. Ακούς Βασιλιά;

Να μαθαίνεις να πονάς και ας βήχεις αίμα. Όσο για έμενα, εγώ, θα προσέχω τα αστέρια. Θα τα μοιράζω όπου χρειάζονται και θα καλωσορίζω το φεγγάρι μέχρι να κρυφτεί κάτω απ' τα μπλε σεντόνια της γης. 

Κοιμήσου καλέ μου Βασιλιά. Αναλαμβάνω εγώ.



Τα Πέντε Λεπτά

Βρήκα πέντε λεπτά στο πεζοδρόμιο. 
Δεν τα μάζεψα. Δε χρειαζόμουν ούτε αυτά,
ούτε την τύχη τους. Ας τα πάρει κάποιος άλλος.

Εγώ το χρόνο τους ήθελα.

Μα αυτόν δεν τον βρίσκεις σε πεζοδρόμια,
σε ταμία και σε βάζα φιλοδωρημάτων.

Πέντε λεπτά δεν είναι πολλά, μα δε χωράνε πουθενά.

Πάντα θα θέλω πέντε λεπτά ακόμα.
Να τα μοιραστώ μαζί σου,
ακόμα κι αν δε θα μου είναι ποτέ αρκετά.



Μάχη στα πόδια του

Σε ένα πάρκο, ένα κομμάτι σφολιάτας έπεσε στα πόδια ενός μικρού παιδιού ενώ αυτό έτρωγε μια τυρόπιτα. Τότε κηρύχτηκε πόλεμος μεταξύ των περιστεριών. Ανάμεσα σ΄αυτά, ένα σπουργίτι, πολύ πιο μικρόσωμο απ' τα περιστέρια, μαχόταν κι αυτό με τη σειρά του. Το μικρό σπουργίτι τσιμπήθηκε, γέμισε νυχιές μα μέσα στον χαμό το σκηνικού, αυτό φάνηκε να ξεπροβάλει με το κομματάκι στο ράμφος του και να το σκάει μακριά. Το μικρό αγόρι κοίταξε τα περιστέρια και άρχισε να παίζει μαζί τους κυνηγητό. Αυτά σαχλοπετούσαν φοβισμένα. Το σπουργίτι τα κατάφερε.