Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Φυσώντας τα κεριά

Της είπε να φυσήξει τα κεριά. Έτσι κι έκανε. Αρχικά με δισταγμό, όμως μετά φάνηκε να της αρέσει να κλέβει ψυχές. Τα κεριά έσβηναν ένα προς ένα. Το φως χανόταν καθώς καπνός απλωνόταν σ' όλο το δωμάτιο. Το σκοτάδι άρχισε να τους αγκαλιάζει.

Ήταν εκείνη η στιγμή που μάθαινε να μην ντρέπεται και να μη φοβάται. Έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε χρόνος για ανασφάλειες, μήτε για ντροπές. Μεγαλώσαμε πια, δε νομίζεις;

Δύο ζευγάρια μάτια, το ένα θύμιζε του λύκου, το άλλο της γάτας, κοιτάζονταν επίμονα στο μαύρο πέπλο.

Σε ποιον δεν αρέσουν τα παιχνίδια;

Τα χείλη πλησίασαν σιγά, μονάχα για μια στιγμή και έπειτα  κλείδωσαν απότομα. Σαν μια καλά τοποθετημένη κλειδαριά στα σίδερα μιας ετοιμόρροπης γέφυρας, με το κλειδί της πεταμένο στο βυθό του ποταμού από κάποιον που του άρεσε να παίρνει υποσχέσεις παντοτινής αγάπης.

Όμως εδώ δεν υπήρχαν υποσχέσεις. Υπήρχαν μόνο ανατριχίλες που διαπερνούσαν την αγαλματένια πλάτη της προερχόμενες από αδύνατα δάχτυλα που χάιδευαν επιβλητικά το πορσελάνινο πρόσωπο της.

Οι ανάσες της βάρυναν. Οι δικές του παρέμειναν σταθερές. Κάποιος από την διπλανή πόρτα παίζει μονότονες μελωδίες στο πιάνο. Οι ανάσες της απέκτησαν νόημα και γινήκαν φωνές.

Φωνές υπήρχαν, φωνές δεν ακούστηκαν.

Το κρύο μπλε πρωινό φώτισε το κορμί της. Ξαπλωμένη, γυμνή, τυλιγμένη στα βρωμικά σεντόνια σε μια άκρη του κρεβατιού.

Αίματα έφταναν ως στην πόρτα με την κλειδαριά σπασμένη. Ποιος θα τα καθαρίσει όλα αυτά;

Και το σημαντικότερο, τι απέγινε η μελωδία;






Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Σκουπίζοντας Σκέψεις

Όλοι μιλάμε με τις ίδιες λέξεις. Ξέχασα να μου πω σ' αγαπώ. Τι τραγούδι ακούς και ποιος νυστάζει; Εγώ νυστάζω. Θες να με βοηθήσεις να φτιάξουμε ένα κάστρο απο μαξιλάρια και σεξ; Τι θα κάνεις μετά; "Βλέπουμε". Στο βλέπουμε θα μείνουμε. Κοντινό μέλλον. Πειράζει; Μόνο εγώ δυσκολεύομαι; Οι καταστάσεις δε βοηθούν στο να πείσω όσους βρίσκονται στην απ' έξω. Χρειάζεται άραγε; Είμαι σίγουρος ότι αν τους πλασάρω ένα χρυσοτυλιγμένο κουτί γεμάτο σκατά, λέγοντας τους ότι είναι σοκολατάκια, όχι μόνο θα το δεχόντουσαν, αλλά θα τα έτρωγαν με κομψή λαχτάρα. Αλλά σέβομαι. Είναι σημαντικό να σέβεσαι. Το θυμάσαι; Αν έχεις κάτι να πεις πρέπει να το φωνάξεις ευγενικά για να ακουστείς. Η κακή συμβουλή της ημέρας. Μα κανείς δε δέχεται συμβουλές. Είτε αυτές είναι καλές, είτε όχι. Αυτοί γνωρίζουν καλύτερα. Αυτοδίδακτοι λεβέντες.
Δακρύζω από συγκίνηση. Ακούω παράσιτα. Σταματήστε να μιλάτε. Ο αέρας βρωμάει ειρωνία και μοσχομυρίζει σαρκασμό. Έφτασες μέχρι εδώ. Είτε αυτό είναι στο τέλος αυτής της σελίδας, είτε εδω μπροστά μου. Το περίμενες; Ούτε εγώ. Θα τα πούμε ξανά σε κάποια άλλη σελίδα. Τώρα πρέπει να σκουπίσω τις σκόρπιες σκέψεις μου. Τα λέμε.




Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Πάρε με κάπου ωραία

Για το κορίτσι που έκλεισε τα μάτια του, να το πάρουν κάπου ωραία. Για το κορίτσι που φόρεσε μια γυάλα με νερό στο κεφάλι, να κάνει παρέα στα χρυσόψαρα.

Μια αναζήτηση γαλήνης. Κάνε ησυχία, κλείσε τα μάτια.

Άκου την πένα να χαϊδεύει το χαρτί. Άκου το μελάνι να ρέει πάνω σε άδειες σελίδες, γεμίζοντας τες όνειρα.

Μην ανοίγεις τα μάτια. Ό,τι χρειάζεσαι να δεις, το βλέπεις.
Το βλέπεις μόνο με τα μάτια κλειστά και τη φωνή μου.

Οι άγγελοι χορεύουν βαλς με τους διαβόλους.

Κοίτα τους. Το βλέπεις κι εσύ;
Η νεότητα στάζει σε ξερά χείλη και σκισμένα χέρια. Το βλέπεις κι εσύ;
Δεν έχεις πια σώμα. Πετάς. Το βλέπεις κι εσύ;
Μπορείς να φύγεις τώρα. Μπορείς να πας οπουδήποτε θελήσεις.

Τώρα όμως πρέπει να ανοίξεις τα μάτια.
Μη με ακούς πια. Αυτά είναι δικά μου όνειρα.

Είναι ώρα να ξυπνήσεις. 
Κάνε τα δικά σου.