Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Φυσώντας τα κεριά

Της είπε να φυσήξει τα κεριά. Έτσι κι έκανε. Αρχικά με δισταγμό, όμως μετά φάνηκε να της αρέσει να κλέβει ψυχές. Τα κεριά έσβηναν ένα προς ένα. Το φως χανόταν καθώς καπνός απλωνόταν σ' όλο το δωμάτιο. Το σκοτάδι άρχισε να τους αγκαλιάζει.

Ήταν εκείνη η στιγμή που μάθαινε να μην ντρέπεται και να μη φοβάται. Έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε χρόνος για ανασφάλειες, μήτε για ντροπές. Μεγαλώσαμε πια, δε νομίζεις;

Δύο ζευγάρια μάτια, το ένα θύμιζε του λύκου, το άλλο της γάτας, κοιτάζονταν επίμονα στο μαύρο πέπλο.

Σε ποιον δεν αρέσουν τα παιχνίδια;

Τα χείλη πλησίασαν σιγά, μονάχα για μια στιγμή και έπειτα  κλείδωσαν απότομα. Σαν μια καλά τοποθετημένη κλειδαριά στα σίδερα μιας ετοιμόρροπης γέφυρας, με το κλειδί της πεταμένο στο βυθό του ποταμού από κάποιον που του άρεσε να παίρνει υποσχέσεις παντοτινής αγάπης.

Όμως εδώ δεν υπήρχαν υποσχέσεις. Υπήρχαν μόνο ανατριχίλες που διαπερνούσαν την αγαλματένια πλάτη της προερχόμενες από αδύνατα δάχτυλα που χάιδευαν επιβλητικά το πορσελάνινο πρόσωπο της.

Οι ανάσες της βάρυναν. Οι δικές του παρέμειναν σταθερές. Κάποιος από την διπλανή πόρτα παίζει μονότονες μελωδίες στο πιάνο. Οι ανάσες της απέκτησαν νόημα και γινήκαν φωνές.

Φωνές υπήρχαν, φωνές δεν ακούστηκαν.

Το κρύο μπλε πρωινό φώτισε το κορμί της. Ξαπλωμένη, γυμνή, τυλιγμένη στα βρωμικά σεντόνια σε μια άκρη του κρεβατιού.

Αίματα έφταναν ως στην πόρτα με την κλειδαριά σπασμένη. Ποιος θα τα καθαρίσει όλα αυτά;

Και το σημαντικότερο, τι απέγινε η μελωδία;






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου