Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Η Χάρτινη Πόλη

Με έχει ρημάξει αυτή η χάρτινη πόλη με το μόνιμο φόβο όλων των κατοίκων που με γεμίζουν άγχος με την αιώνια τους ερώτηση. 

"Και αν βρέξει;". 

Τι να γίνει μάγκες; Αυτά έχουμε. Αν φοβάσαι τότε φύγε. Αν έχεις κάτι να κάνεις τότε κάν' το. Αν δεν μπορείς να κάνεις κάτι τοτε βούλωσε το στόμα σου. 

Το να μουρμούρας δε θα σώσει καμία κατάσταση. Το μόνο που καταφέρνεις είναι να με εκνευρίζεις. Είμαι αρκετά κουρασμένος και χωρίς τη βοήθειά σου ευχαριστώ.

Να δίνετε στο λόγο σας λόγο. Μη μιλάτε άσκοπα.

Θα της βάλω φωτιά. Ραντεβού εκεί, μην αργήσεις, στο λεω γιατί καθε φορά περιμένω αλλά ο χρόνος δεν περιμένει κανέναν.

Να φέρεις ποπ κορν με μπόλικο αλάτι και βούτυρο. Να χαζεύουμε μαζί τις φλόγες ενώ οι ίδιες θα μας ζεσταίνουν, κοροϊδεύοντας την κόλαση.

Ακούγοντας το θόρυβο απ' τις σειρήνες της πυροσβεστικής. Ειναι πλεον αργά. Τι να σώσεις στις στάχτες μιας πόλης που φοβάται τη βροχή; 

Την ειρωνεία μωρό μου.


Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

"Είμαστε κλειστά"


- Ει, εισαι καλα;
- Κοιτα την δουλεια σου 
- Ηθελα να μάθω μονο πως εισαι...

"Κενή", κενή θα μου απαντούσε αν δεν γυρνούσε απλα την πλάτη της προς το μερος μου. "Τι θέλεις απο εμένα", θα ηταν η ερώτηση της, αν υπήρχε μια.
"Τι θα μπορούσα να σου δωσω", θα την διόρθωνα.
"Τιποτα.", θα μου ψυθίριζε ακομα και αν ήθελε τα παντα.
Και οχι γιατι δεν εχω τιποτα.... ή μήπως για αυτο;

Όλοι έχουν τα παντα μα κανεις δεν εχει τιποτα.

Λέτε ψέμματα στους εαυτούς σας...
"Ειμαι ευχαριστημένος με αυτα που εχω" με μια έκφραση που θυμίζει τικ παρα χαμογελο. Ομως οταν συνηδητοποιητε οτι θέλετε παραπάνω γκρεμιζετε τα παντα.
"Δεν ξερω τι θελω, αλλα το θελω τωρα"
Δεν είστε δεκτικοί, παρα μονο οταν παύω να σας το προσφέρω.
Τοτε ολα αλλάζουν, τοτε το παίρνετε με την βία.
"Δικό μου" σαν πεντάχρονα παιδάκια αν και τωρα δεν αναζητάτε παιχνιδια, ή μήπως το κάνετε;

Και ως αντάλλαγμα; Τι; Δεν εχω την άδεια να μιλησω οταν δεν με ρωτάνε αλλα οταν σε ρωτάνε σωπαινεις. Μοιραστείτε τις σκεψεις σας. Θα διάβαζα τα ματια σας αλλα ειναι κενά. Δεν κρύβουν ουτε σπίθες, ουτε θέληση καθώς καθε νέο σας ειναι ήδη παλιό.
Σαν γραμματέας της εφορίας που οταν της μιλάς αυτη κανει πως σε ακούει και τελικά απαντάει με τον ιδιο τροπο που απαντάει σε όλους. "Κλείσαμε για σήμερα, ελάτε αυριο" Τοσο καθυστερημένος έφτασα πια; Ήρθα με τα ποδια, το γραφείο ηταν κρυμμένο και η ουρά μεγαλη.

Δύσκολη αποστολή να μάθεις τον κόσμο, ειδικά οταν σου μιλάνε λες και εισαι απο τον Άρη. Δύσκολο να προσαρμοστείς στις ανάγκες του καθενός, αν και απο εκει πρέπει να περάσεις πρώτα για να τα καταφέρεις. Αν δεν προσαρμοστείς, δεν θα μάθεις. Εντάξει λοιπον, ας μην μάθω, καλη παρέα κανω και μόνος μου.

Η Κουκουβάγια συνάντησε τον Λαγό


Σε ενα δάσος, ναι σωστά μάντεψες, μια φορά και έναν καιρο, στην χωρα του Παντα, υπήρχε μια κουκουβάγια. Η μοναδική κουκουβάγια του δάσους. Οταν θα πέθαινε αυτη δεν θα υπήρχε ποτε καμμιά άλλη όμοια της.
 
 Σύμβολο σοφιας, που της το ειχαν φορτώσει απο την στιγμή που γεννήθηκε. Ηταν αναγκασμένη να ζει με αυτήν την ταμπέλα για παντα. Της άρεσε, δεν το αρνιόταν. Μα δεν άντεχε να το θεωρούν δεδομένο. Μπορούσε να κανει πλήρης στροφή με το κεφάλι της σαν καποιος δαίμονας. Μπορούσε να δει τα πράγματα που δεν θα μπορούσε να δει ποτε κανένας αφου δεν εχει τα δικα της ματια. Την ανέβαζαν και την κατέβαζαν τεμπελα επειδή κοιμόταν όλο το πρωί. Δεν ειχαν ιδέα οτι δούλευε όλη την νύχτα. Δεν τους το ειπε και ποτε. Οχι ομως γιατι δεν προσπάθησε.
Η φωνή της ηταν τοσο άσχημη που ακομα και ποίηση να ερμήνευε ακουγοταν σαχλη. Έτρεμε και λιγο.Ίσως να μην πίστευε στον εαυτο της.
  
 Δεν ξέχασε ποτε οτι δεν εχει σημασια τι λες, μα ειναι ο τρόπος που το λες που κανει τον άλλον να γυρίζει τα δικα του ματια πάνω σου. Αλλα δεν μπορούσε να τα ερμηνεύσει και διαφορετικά.

 Ένιωθε μονη. Αισθανόταν και χαζή. Γιατι;
Γιατι δεν μπορούσε να την καταλάβει κανένας.
Γιατι δεν μπορούσε να καταλάβει κανέναν.
Οι υπόλοιποι καταλαβαινονταν. Χαζή.

 Μέχρι που μια μέρα συνάντησε έναν λαγό.
Θα τον ειχε σκίσει και κατασπαράξει αν δεν ηταν αυτός που την ειχε πλησιάσει. Κρατούσε το χαλασμένο του ρολοι κολλημένο στις 11:11. 
Κατάλευκος, πράσινα ματια, μπότες και τοπ χατ.

  "Ξερεις τι ώρα ειναι;" ρώτησε ο λαγός.
"Οχι, δεν με νοιαζει παρα μονο οταν ο ήλιος δύσει. Δεν φοβάσαι μην σε φάω;" ρώτησε αυτήν την φορά η κουκουβάγια.
"Ναχ, εγω δεν φοβάμαι τον θάνατο, θα πέθαινα να ξερω τι ώρα ειναι!", ανταποκρίθηκε ο λαγός.
"Μα γιατι να ρισκάρεις;" ειπε η κουκουβάγια με απορία.
"Γιατι αν δεν ρίσκαρα δεν θα μπορούσα να είχα κανει αυτο το λογοπαίγνιο" και ο λαγός χαμογέλασε στην περιφανια του.

 Η κουκουβάγια άναψε ενα τσιγάρο και πρόσφερε ένα και στον λαγό. Ο λαγός το δέχτηκε μετα χαράς. Άπλωσε πάνω του ενα μαντήλι, το τράβηξε, και το τσιγάρο ειχε εξαφανιστεί.

"Εντυπωσιακό!" κραύγασε η κουκουβάγια με γουρλωμένα ματια
"Μα γιατι δεν το καπνησες;"
"Γιατι ετσι θα μου εκανα κακό, ενώ τωρα, εκανα καλο και στους δυο μας."

Η κουκουβάγια κατάλαβε τι ειπε ο λαγός. Εσυ;

 "Εισαι το πρωτο άτομο μετα απο πολυ καιρο με το οποίο εχω μιλήσει για τόση ώρα.
Απο την μια νιώθω αδύναμη που δεν σε άγγιξα μα τελικά άξιζε που δεν έβγαλα γρήγορα συμπεράσματα." ειπε η κουκουβάγια με κλαμμένο ύφος.
"Και εγω εντυπωσιάστηκα" απάντησε ο λαγός. "Συνήθως με τρώνε. Ετσι λοιπον σταμάτησα να πηγαίνω στον οποιοδήποτε να ρωτάω την ώρα. Άρχισα να διαλέγω αυτους που κοιτάζουν μονο οταν διαβάζουν και βλέπουν μονο ακούγοντας."

Κοιτάχτηκαν και οι δυο στα ματια. Τα στρογγυλά γουρλωμένα ματια της κουκουβάγιας συνάντησαν τα πράσινα ξύπνια ματια του λαγού και τοτε κατάλαβαν τι ειχε συμβεί.

 Ετσι λοιπον, η σοφια, η εξυπνάδα, η μοναξιά και η μελαγχολία ερωτεύτηκαν την τρέλα, την πονηριά, το μυστήριο, τον αυθορμητισμό και την μαγεία. Δέθηκαν, έγιναν ενα. Ευτυχώς πήγαν ολα καλα, κανεις δεν κατέστρεψε τον αλλον. Τα χρώματα που ένωσαν δεν έβγαλαν μαύρο. Μα ουτε λευκό. Δυο άπιαστα κομμάτια της μικρής ζωής σχημάτισαν αυτο το τρίτο. Αυτο που προσπαθω να αγγίξω καθε μέρα, πόσο μάλλον οταν ξυπνάω το βραδυ κλαίγοντας χωρις λόγο.
Νιώθοντας δυο ματια πάνω μου, και τις κραυγές της κουκουβάγιας που περιμένει στο παράθυρο μου.

Οι κακές συνήθειες


Τόσες πολλές κακές συνήθειες, και οχι δεν θα ξεκινήσω να τις απαριθμώ ξέροντας καλα οτι μια σελίδα δεν θα ειναι αρκετή.  Ξεκινώντας απο το κάπνισμα και περνώντας στο αλκοόλ, γυρνώντας στα ναρκωτικά και έπειτα ευθεία στην αταξία και ίσως ως τελικό προορισμό την αδιαφορία, την ανευθυνότητα και την απάθεια. "Κακές συνήθειες", δεν ακούγονται τοσο κακές κατα βάθος ομως ετσι;

 "Κοιτάτε άνθρωποι, ολόκληρος κόσμος στοιχειωμένος με τις πληγές που δημιούργησε ο ίδιος" θα απαντούσε ο καθένας απο εσάς πατώντας πανω στην γενική έννοια.
Κοίτα ομως παιχνιδια που παίζει το υποσυνηδητο. Κοίτα ομως μερικές φορές οτι ειναι το βρόμικο και το βλαβερό που μας θέτει ζωντανούς. Μας δημιουργεί σενάρια και μας πλένει το μυαλό.
Χωρις αυτα ο κόσμος θα ηταν πιο υγιής, πιο σωστός και ηθικός. Αλλα δεν θα ειχε τα πανω-κατω του, γιατι μια ζωή χωρις κακές συνήθειες θα ηταν μια τέλεια ζωή.

Να το φτύσω το τέλειο.

 Ναι αγαπητέ, οι κακές συνήθειες τραβάνε, προσοχή, βλέμματα και ενδιαφέρον.
Μην κανεις ψέμματα πως δεν τις αγαπάς. Μην προσποιήσαι οτι δεν ηταν αύτες οι λεπτομέρειες που σε εκαναν να δώσεις την ψυχή σου στον άνθρωπο που δεν σου έδωσε ποτέ τιποτα.

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Τι θα μου πεις για τα ρολόγια;


 Και για πες, για τι θα μιλήσουμε σήμερα;
Κάτσε κάτσε, πως θα μιλήσουμε; Αφου εσυ μονο ακούς αγαπητό ημερολόγιο.
Και εγω έτσι συνήθιζα να κανω.. Και τωρα το κανω, απλα πλέον παίρνω και διαλύματα για να μιλάω στον εαυτο μου. Το οτι μιλάω στον εαυτο μου δεν σημαίνει οτι μιλάω μόνος μου ε;

 Ίσως αν μιλούσες να μου εδινες καμμιά συμβουλή που δεν μου εχει δώσει κανεις άλλος. Τι να κανω; Να σου ζωγραφίσω στόμα; Η μήπως να φανταστώ πάλι τι θα μου έλεγες; Πραγματικά δεν εχω ιδέα. Οι απαντήσεις ποικίλουν απο το "άντε γαμησου" στο "τα πας υπέροχα, συνέχισε". Μα δεν μπορώ να πάρω συμβουλές απο κανέναν. Είτε το άτομο παραείναι αδιάφορο, παραείναι ευγενικό μαζί μου για να μην με "πληγώσει" ή δεν με γνωρίζει αρκετά καλα... Αλλα αυτο ειναι φυσιολογικό. Ουτε εγω με γνωρίζω. Με μαθαίνω πάραυτα μέρα με την μέρα, ώρα με την ώρα, λεπτό το λεπτό.... Τικ τοκ

 Σου αρέσουν τα ρολόγια; Δεν θα έπρεπε. Δεν τα χρειάζεσαι.
Εσυ εισαι για παντα και για καθε στιγμή. Απο την άλλη ομως εγω τα λατρεύω.
Το στυλ τους, το κύρος τους, την άποψη τους. Σου μιλάνε για το άτομο απο το οποίο φοριουνται. Φωνάζουν ασταματητα... Τικ τοκ τικ τοκ

Βαθιά ηρεμία στο τικ
Πνιγμος στο τοκ
Και λούπα

 Μα πόσο τα χρειαζόμαστε εμείς οι ίδιοι; Χωρις αυτα, τι;
Θα αργουσαμε στο ραντεβού και θα τρώγαμε απόλυση αλλα ακομα και τωρα που πηγές στην ώρα σου στο ερωτικο σου ραντευουδακι η γκομενα σε έστησε.
Και τι αλλο τα θελουμε τα ρολόγια; Α ναι. Να κρατάμε χρονο, να θέτουμε όρια ώστε να μπορούμε να τα καταριψουμε και τέλος... Τα ωράρια. Λεωφορείων,τραίνων, πλοίων, αεροπλάνων, γιατι δεν έχουμε όλοι αμάξια και καράβια.
Αλλα όλοι έχουν ρολόι. Απο 2€ εώς και συν 5-6 μηδενικά στο πίσω μέρος. Ε και;

 Χωρις αυτα ή θα ήρεμουσαμε τελείως ή θα τρελενομασταν εντελώς.
Εξαρτάται απο τις προτεραιότητες του καθενός. Και φυσικά ο σημαντικότερος λόγος ύπαρξης του ειναι για να δείξεις πόσο απαθής εισαι στο άτομο το οποίο σου μιλάει. Πως;
 Κοιτάς το ρολόι μπροστά στην μάπα τους επίμονα, κοιτά τι ώρα πήγε πρέπει να φύγω. Εχω δουλειές, πράγματα και ανοιχτούς λογαριασμούς να κλείσω. Γεια.

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

Ενα βράδυ αμάρο


Βρε καλώς την την απάτη, δωσμου ενα μονο χαδί
που γυρνάει στο μυαλό μου μέρα βράδυ βράδυ πρωί και ας μην σου το χω πει...
Καρδιά μου....

Έψαχνα να σε βρω
Σε γκρεμούς τσακισμένη, σε ωκεανούς πνιγμένη,σε φωτιές καμμένη μα εσυ...
Δεν ήσουν πουθενά... Μα εσυ... 
Δεν ήσουν πουθενά....

Και κάπου έδω θα σε ψάχνω 
Και κάπου εδω δεν θα σε βρίσκω
Μα εσυ δεν ξέρεις πως ειναι...
Να εισαι παιδι...

Ο χρόνος κυλούσε αργά σαν τον θάνατο, τον κοντινό σου ξαδελφο μα αστον να παει να γαμηθει... Έτσι κι αλλιως την αγάπη εχει βρει, δεν τον φοβάται πια και ας μιλήσω λιγο απλα... 

Και ενα βράδυ αμαρο σε είδα με αναμμένο το τσιγάρο να το καις όπως εμένα...
μου είπες παμε απο εδω
Παμε επειγόντως για ποτό...
Και ακολούθησα πιστα.. με μηδέν στην σιγουριά...

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Έγραφα


Καθομουν στο θρανίο μου και πατούσα τα σκίτσα μου όλο και περισσότερο καθώς σιγά σιγά άρχισα να αποκοβομαι απο τους γύρω μου.
Η φωνή του καθηγητή χάθηκε. Το μονο που ακουγόταν ηταν το μολύβι μου που ακουμπουσε στο θρανίο, στα φύλλα, στα εξώφυλλα, στα τετράδια και στα βιβλια.
Είχα ξεχάσει οτι είχα διπλανό, είχα ξεχάσει την Emily, τον Sheldon και εμένα.

 Απλα έγραφα και σχεδίαζα κείμενα όπως αυτο. Τι σκέφτεσαι; Τιποτα. 
Και μπορώ να συνεχίσω για πολυ ακομα. Έτσι, να γραφω στοίχους σαν και αυτούς, γιατι απαγορεύεται να τραγουδάς στο μάθημα. Χτυπούσα το πόδι μου στο πάτωμα, διακριτικά και με ρυθμό, να μου φύγει η ενέργεια που δεν βρίσκω οταν χρειάζομαι.
Ακομα γραφω, τι γραφω; Ο,τι κανω αυτήν την στιγμή..

Με νανουριζω, θελω να ξαπλωσω... Νιώθω ζεστά... Διψάω λιγο, πεινάω πολυ.
Νιώθω τα μαγουλα μου κόκκινα και την μύτη του μολυβιού να πλαταίνει και να θαμπώνει ο,τι αποτυπώνω. Τα ματια μου κλείνουν, το χέρι μου στηρίζει το κεφάλι μου, το μολύβι πέφτει απο τα χαλαρωμενα χέρια μου, ίσως να κοιμάμαι...

Ενα δυνατό χτύπημα απο τον καθηγητή μου με τον χάρακα στον αυχένα μου και επιστροφή στην πραγματικότητα. Δεν ζεσταίνομαι πια.

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Η Εμπιστοσύνη


 Εμπιστευσου, αγάπησε και μην φοβάσαι τίποτα. Πόσες φορές το ακολούθησα και πόσες εφαγα τα μούτρα μου; Αμέτρητες. Αλλα δεν γινεται να μην εχεις σοβαρές συζητήσεις και μυστικά με κανέναν.

 Έτσι, ανοίξου χωρίς να να ανοίγεσαι. Θα σου έλεγα τα πάντα.
Αν με ρωτούσες βέβαια, αλλα δεν το κανεις. Αν με κυνηγουσες έστω και λιγο. Δεν φοβάμαι να ειμαι ο εαυτός μου. Δεν φοβάμαι να φανερώσω καθε δήθεν μυστικό μου καθώς με το που το κανω θα εχω επίγνωση ότι θα εχω πάρει την ευθύνη γιατι αν  παραδοθώ θα είναι καθαρά δικό μου λάθος. Έτσι λοιπόν οταν αποκαλύπτω ένα μυστικό μου σε κάποιον, αυτο πλέον παύει να είναι για εμενα μυστικό. Οπότε αν το άτομο στο οποίο ανοίχτηκα με "καρφώσει", δεν θα με πονέσει. Ελπίζω στην ηθική και δίνω ευκαιρίες.

 Να μην εισαι ποτε σίγουρος για κανέναν. Μόνο για ένα άτομο μπορείς να εισαι σίγουρος. Αλλα μην παραμυθιαζεσαι και το βλέπεις παντου σε ξένα μάτια.
Όλοι ειναι ίδιοι μέχρι να σου πουν τα μυστικά τους. Ομως δεν το κανουν γιατι φοβούνται. Εξάλλου ποιος ειμαι εγω και τι εχω υπαρξει για αυτους ώστε να μου δώσουν κατι παραπάνω. Οταν ανοίγεσαι ομως εσυ σε αυτους, αυτοί πιστεύουν οτι μπορούν να κανουν το ιδιο. Οχι παντα, κάποιες φορές σε καρφώνουν αμέσως αλλα αξίζει την προσπάθεια. Ανοίγεσαι λοιπον. Ο άλλος χαλαρώνει. Γίνεται και αυτός ξεχωριστός. Ο εαυτός του. Και μετά απο εκείνο το σημείο σου δείχνει και αυτός εμπιστοσύνη. Αλλα για να δούμε. Εμένα δεν με νοιαζει αν με προδωσεις, αν το κανω εγω πως θα νιώσεις ομως; 

Και ετσι νιώθεις δύναμη. Γιατι ειναι δύναμη να γνωρίζεις τον άλλον. Όσες φορές το εχω καταφέρει δεν εκανα κατάχρηση. Θελω απλα να τους μάθω. 

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Στο ψηλότερο σημείο


Πολλές ώρες διάβασμα, φτάνει, ας βγω λιγο έξω με παρέα.
Η παρέα δεν υπάρχει. Ας βγω μόνος. Βρέχει γαμω. Μπαίνω ξανά στο σπίτι. Μου την δίνει να βλεπω ξανά τους τέσσερις γαμημενους τοίχους. Πιάνω μια ομπρέλα και βγαίνω έξω στην παγωνιά και στην βροχή. Ανεβαίνω τα σκαλιά. Ανάβω τσιγάρο. Το σβήνω. Παω στο γαμημενο μπαρ. Στα χειρότερα μέρη βρίσκεις αλκοόλ. Τελος πάντων. Αγοράζω ενα ποτό και φεύγω. Βγαίνω έξω απο το μπαρ και το παιρνω όλο ευθεία.

 Ας βγω στο ψηλότερο σημείο της πόλης, μου είπα. Εκει με τα πιο όμορφα φώτα. Εκει όπου τα παράθυρα κλείνουν πολυ νωρίς. Εκει που θες να πετύχεις κάποιον γνωστό σου, για να καταλάβεις οτι νιώθουν κιαλλοι σαν και εσενα. Που τέτοια τύχη. Μονο στις 
ταινίες.

 Κοιτά τις σκιές, κοιτά τα δέντρα και τα σύννεφα. Μονο αυτα έχουν μείνει εδω.
Το ήδη νερωμένο μου ποτό, με τον πάγο που θα γίνει νερό, γινόταν ακομα πιο νερωμένο με καθε σταγόνα βροχής που έπεφτε απο τον γκρίζο ουρανό. 
Ίσως και για αυτο να βάζουν ομπρελίτσες στα κοκτέιλ. Οχι; Κρίμα.

Κοιτώντας τον καθρέφτη


 Κοιτά εκείνο το σπίτι. Με τις πόρτες που χτυπάνε απο τον άνεμο και τα παράθυρα που ανοιγοκλείνουν ασταμάτητα σαν να σε χαιρετάνε. Χαιρετά και εσυ, μην εισαι αγενής. Μπαίνουμε; 

Μπήκαμε. Σκοτείνιασε νωρίς σήμερα. Αλλα δεν το ελέγχεις. Ασε τους διακόπτες. Δεν ανάβουν. Οι λογαριασμοί δεν πληρώνονται απο μόνοι τους. Μην ανησυχείς εχω φέρει κεριά. Να πάρε ενα. Ελα πιο κοντά να δεις καλυτερα. Μην έρχεσαι τοσο κοντά, θα τρομάξεις. Προχωρά στον διάδρομο με το κόκκινο χαλί. Νιώθεις βασιλιάς; Ωραια δεν ειναι; Κοιτά ομως τα κάδρα, γεμάτο βασιλιάδες. 
Μην ανησυχείς σου λεω. Δεν σε κοιτάζουν. Αρκεί να μην τα κοιτάς επίμονα.

Ανέβα τα σκαλιά. Αυτα στα αριστερά ή εκείνα στα δεξιά. Καθε μονοπάτι στο ιδιο μερος καταλήγει. Αυτα τα σκαλιά ειναι ιδιαίτερα. Όσο πιο σταθερά πατάς τοσο πιο σίγουρο ειναι οτι δεν θα διαλυθούν κατω απο τα ποδια σου. Αν πέσεις θα καταλήξεις στο υπόγειο. Το κερί σου δεν θα σε σώσει. Μην κανεις βήμα προς στα πίσω. Θα δείξεις ανασφάλεια και σου είπα τι θα συμβεί. Ελα σχεδον φτάσαμε.

Κοιτά ποσά σκαλιά ανεβηκες! Τωρα που τα βλέπεις δεν σου φαίνονται λιγα; Απογοητευτικές; Και που εισαι ακομα...
Κοιτά αυτόν τον διάδρομο. Αριστερά και δεξιά του διαδρόμου υπάρχουν δεκάδες πόρτες. Κοιμούνται. Κανε ησυχία. Μην τους ξυπνήσεις. Για μια φορά στην ζωή σου, κανε ησυχία οταν πρέπει να κανεις. Περπατά, διέσχισε τον διάδρομο και άνοιξε την πόρτα απέναντι σου. Έφτασες; Τι; Δεν ανοίγει; Έρχομαι! Περίμενε! 
Άνοιξε... Απλα έπρεπε να βάλεις περισσότερη δύναμη. Τι φοβάσαι; Εδω δεν φοβάται κανεις κανέναν. Τα κλειδιά ειναι άχρηστα. Άντε μπες μεσα στο δωμάτιο.

Τι βλέπεις; Ναι λιγα πράγματα. Αλλα και τα λιγα, ειναι ήδη κατι.
Ενα κόκκινο δωμάτιο. Σκούρο. Αντικείμενα πεταμένα εδω και εκει. Η λάμψη των κεριών έδινε σχήματα στις σκιές. Έκαναν την φαντασία σου να καλπάζει. Έβλεπες οτιδήποτε φοβόσουν οτι θα δεις. Στην μέση του δωματίου βρίσκεται ενας καθρέφτης.

Κοιτά μεσα του. Να ετσι εισαι. Σου φτάνει; Κοιτάς που και που το φόντο που υπάρχει απο πίσω σου; Δεν τρομάζεις; Οταν κοιτάς μεσα στον καθρέφτη λεω, σε κοιτάς στα ματια; Οταν κοιτάς στον καθρέφτη, δεν τρεμεις στην σκέψη οτι το είδωλο σου θα αρχίσει να κινηται ανεξάρτητα; Οταν κοιτάς στον καθρέφτη, δεν αναρωτιέσαι αν όντως ετσι σε βλέπουν οι υπόλοιποι; Δεν αναρωτιέσαι αν μπορείς να περάσεις απο μεσα του;

Έκανες τις επιλογές σου, με ακολούθησες μέχρι εδω. Τωρα κανε και μια τελευταία. Ή κοιτά αιώνια τον καθρέφτη, ή πηδα απο εκείνο το παράθυρο που φτιάχτηκε μονο για αυτόν τον σκοπό. Τα σκαλιά έπεσαν ετσι και αλλιως. Ειναι ψηλά... Να ξερεις.

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Η Συμφωνία


 Μπήκα μεσα στο δωμάτιο της. Ο διακόπτης βρισκόταν δίπλα στο κρεβάτι της. κλικ. φως. Οχι τιποτα δυνατό, πορτοκαλί για νανούρισμα.

 Ακουγόταν μουσική απο το μουσικό κουτί της μα η μπαλαρίνα που ειχε πανω του και χόρευε ειχε το κεφάλι της σπασμένο. Ήμουν μονος στο σπιτι, ποσο μάλλον στο δωμάτιο. Αλλα πανω μου ένιωθα βλέμματα.

 Το δωμάτιο ηταν γεμάτο πορσελανινες κούκλες. Γαλάζια, πράσινα, κόκκινα ματια. Τις πλησίασα.
Ραγισμένα πόδια για να μην φύγουν απο εκεί μεσα ποτέ. Βάζω στοίχημα, αν είχαν καρδιά θα ηταν και αυτή ραγισμένη. Και δάκρυα είδα, και ουρλιαχτά άκουσα αλλα ίσως να ηταν απο έξω.

 Είχα αργήσει, πήγα να φύγω αλλα η πόρτα ηταν κλειστή. Έτσι έπεσα στο κρεβάτι και κοιμήθηκα. Νύσταζα, τι να κανω;! Δεν θυμάμαι αν ξυπνησα όμως.

 Αλλα σου μιλαω οπότε ολα καλα. Μου δίνεις ένα τσιγάρο; και θα συνεχίσω. Φωτιά; Ευχαριστω.
Λοιπον.

 Αφού δεν θυμάμαι να ξυπναω τότε θα ονειρεύομαι ακομα. Ποιος εισαι εσυ; Ο τυπας για τον ύπνο; Ναι;! Να δεις πως σε έλεγαν... Μο,Μορφ.. οχι μα τι λέω... εεε Μορφέα! Α ναι! Σου πάνε τα πράσινα. Κρασακι; Εχει όψη αίματος αλλα έτσι είναι τα καλα κρασιά.

 Μα γιατι κουβαλάς μαχαίρια αφού τα εχεις τοσο καθαρά, γιατι εχεις κερατα αφού δεν τρεμεις κανέναν; Γιατι δεν μιλάς αφού εχεις τόση φαντασία; Γραψτα. Εγω αυτο κανω.

 Να κάνουμε μια συμφωνία;
Λοιπον, θα με αφήσεις τωρα στην ησυχία μου και πριν φύγεις θα μου αφήσεις και ένα όνειρο μαζι της. 
Και τι θα κανω εγω; Εγω, θα σου αφήσω το κρασι μου και τα λογικα μου. Είναι ο,τι πιο άχρηστο αλλα και ο,τι πολυτιμότερο εχω. Σύμφωνοι;

 Το ηξερα ότι αυτο θα πεις.

Ο Μορφέας ξέχασε να περάσει και αποψε


Θελω να κοιμηθώ. Τα ματια μου καίνε. Βοήθεια. Θα λυποθυμησω απο τον πονοκέφαλο και την κούραση, αλλα και πάλι δεν θα κοιμάμαι. Τα ματια μου κλείνουν και ξανανοιγουν απότομα. Νιώθω το δωμάτιο μικρό. Νιώθω οτι καποιος ειναι μεσα στο σπίτι. Σηκώνομαι. Κανω γύρους. Κανεις. Ενα ποτήρι νερό για να πω οτι εκανα κατι.

 Ξαπλώνω πάλι. Ακούω την βρύση να στάζει. Δεν την έκλεισα καλα αλλα παρολαυτα γυρνάω στο κρεβάτι.... Γυρνάω, περιστρεφομαι ξανά και ξανά..
Οι κουβέρτες τυλιγονται γύρω μου και πνιγομαι. Ξεσκαπαζομαι, μα ακομα πνιγομαι... Τελικά δεν έφταιγαν οι κουβέρτες. Πιάνω βιβλιο... Διαβάζω για πολυ ώρα ... Παρα πολυ ώρα.. Τα ματια μου έχουν πάρει φωτιά... Τσούζουν απιστευτά. Ξαναξαπλωνω, την σκέφτομαι, με σκέφτομαι. Δακρύζω για λιγο. Μετά για πολυ, μα δεν κλαίω.
Εχω καιρο να κλάψω αγαπητό μου ημερολόγιο και δεν αισθάνομαι άνθρωπος. Έδωσα δυο γροθιές στο στρώμα μου, έχωσα το πρόσωπο μου στο μαξιλάρι και φώναξα δυνατά.

 Θα δω τηλεόραση. Εχει μονο διαφημίσεις, τσόντες, χιόνια και επανάληψεις. Η ζωή πάνω-κατω. Πως θα σπασω την σιωπή; Σε λιγο ξημερώνει. Δεν εχει νόημα να προσπαθω αλλο να κοιμηθώ. Νιώθω οτι θα καταρρεύσω. Με βλεπω στον καθρέφτη. Δεν ειμαι εγω αυτός. Δεν ειμαι εγω αυτο το ερημι. Θελω να με χτυπήσω. Τι λες να κανει αυτη τωρα; Θα ονειρεύεται. Το δωμάτιο μπλεδιζει. Λιγο κόκκινο και κίτρινο. Αυγή λογικά. Θα έβλεπα την ώρα αν δεν είχα πετάξει το ρολόι μου απο το παράθυρο. Αρρωσταίνω, τρέμω και...

Chi per strada va per strada muore


Πες μου τι θες να κανω. Τον τυφλό, τον χαζό; Τον κλόουν που αγαπάς τοσο; Μάθετε να προσέχετε γαμω. Μάθετε να ξυπνάτε οχι μονο μετα τον εφιάλτη αλλα και μετα απο το όνειρο. Δεν θα ειμαι πάντα εδω για σας. Θελω κάποιον για εμενα... 
Για εμενα ποιος θα τα κανει αυτα;

Θελω να ακούτε. Γιατι αν δεν πιάνετε τις μεταφορές τότε πρεπει  να μιλήσω ίσια και δεν το αντεχετε. Πολιτικός, διπλόματης ή κατώτερος δεν ειμαι. Τουλάχιστον πλέον. Εκτιμήστε κατι. Δεν με νοιάζουν τα χαμόγελα, οι αγκαλιές και ολα αυτα. Θελω να νιώσω οτι ξέρετε οτι υπάρχω. Θελω πίσω το μερίδιο μου. Ναι έτσι εγωιστικά. Βλάκες, υπάρχω. Μιλαω. Πρεπει να δίνω γροθιές σε τόιχους ή να φωνάζω για να ακουστω; Δεν βαρέθηκατε να λέτε οτι ειμαι αυτός που μέθυσα με μια μπυρα και δεν ξερω τι λέω; Τοσο δύσκολο ειναι να πιστέψεις οτι μου βγαίνει φυσικό; Φυσικό με προσπάθεια, κοιτα ειρωνία; Με θέλετε παλι να κρύβομαι; Εξαφανίζομαι αν θελω. Θα σας κακοφανει σαν να μην πιάνετε το αγαπημένο σας τραγούδι που παίζει στην συγκεκριμένη ωρα στο ραδιόφωνο στις... ξερεις ήδη την ωρα. ναι 11:11 γιατι πιστεύω ακομα σε αυτές τις μαλακιες. 
Δεν υπάρχει κανένας σας πια για εμενα. Μονο εγω. Τερμα η διασκέδαση. Τωρα μεγαλώσαμε. Τωρα, απο αυτή τη στιγμή και μετα ειστε μόνοι. Και θα σας δώ άδειους. Θα ξερω τι λείπει όμως εσείς οχι αλλα θα το νιώθετε και δεν θα βρίσκετε τι. Θα βρίσκετε εαυτούς μου σε πολλα πρόσωπα αλλα κανένας δεν θα αρκεί μονος του. Δεν σκεφτήκατε καν οτι ειμαι 3 κομμάτια. Αυτο που θελω να δεις, αυτο που τελικά βλέπεις γιατι απέτυχα, και τέλος παντων αυτό με το οποίο μιλαω οταν ειμαι μονος μου. 

 Διαβάζεις ακομα; Οπως και να εχει αυριο ξημερώνει οπως καθε φορά. Αλλα αποψε αυτο θα αλλάξει. Απο σήμερα θα ειναι πάντα νύχτα. Ολα τα αστέρια έχουν πέσει. Το φεγγάρι μάτωσε. Τα παρατάω. Καλη συνέχεια.

Να το πάρει το ποτάμι;


Οι άνθρωποι βαριούνται να σκεφτούν. Μιλαω για γρίφους, ιστοριες, αστυνομικά. Πάντα επιλέγουν τις λύσεις στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Μπορούν να ζήσουν χωρίς να ξέρουν την απάντηση. Και εγω μπορω. Μα δεν ειναι αυτο το θέμα.

 Σε κανέναν δεν αρέσει να κουράζεται. Ούτε εγω θα κουραζομουν για κατι που ξερω πως δεν μπορω να σκεφτώ. Απαισιοδοξία. Αλλα οι γαμημενοι τα θέλουν ολα έτοιμα. Μα οχι δεν το αντέχω. Θελω να εχω την ευχαρίστηση. Θελω να σκέφτομαι αυτα που δεν σκέφτονται οι πολλοί. Ίσως τελικά να μου κάνετε και χάρη. Έπειτα όμως θελω να μάθω στους ανθρώπους μοιράζονται την λύση που καποιος με τόση δυσκολία έβγαλε στην επιφάνεια, τουλάχιστον θα γίνει γνώση. Θελω να αποκτήσουν επιτέλους φαντασία μα και λογική, μεθοδικότητα, να μην περιορίζουν τις ερωτήσεις τους αρκεί να μην ρωτάνε τις ίδιες. Πείσμα. Κουριδιστε τα πορτοκάλια σας.

 Που ειναι ολα αυτα; Και για πες μου, αλήθεια, γιατι τα βιβλία δεν έχουν μονο αρχή και τελος αφου το ενδιάμεσο για εσας δεν μετράει; Να το πάρει το ποτάμι;

ΠΕΘΑΙΝΕΙ


Πεθαίνει ο Παλιάτσος. Πάει Φεύγει στο διάολο. Λιώνει σαν παγωτό βανίλια στα χείλη μιας πριγκίπισσας που πάχυνε και δεν τη γουστάρει πια ο πρίγκιπας όμως αυτή τον έχει ανάγκη γιατί έχει ωραίο αμάξι και δεν μπορει να εμφανιστεί έτσι φτηνά για να βάψει τα νύχιά της αλα γαλλικά. 

 

Τώρα θα πρέπει να τα ξύσει στους πιο όμορφους πίνακες ζωγραφικής ανώνυμων ζωγράφων για να πάρουν χρώμα από τη βρώμια του πίνακα- λίγο μαύρο και μπορντό αφήνοντας γρατσουνιές και κοψίματα πάνω στους πίνακες βγάζοντας κάτι απο το αίμα τους κάνοντας τους βρικόλακες να αποκαλύπτονται, να μην μπορούν να κρυφτούν στο ήδη σκοτεινό φόντο της πόλης γεμάτο αμάξια αλλά και τσιγάρα θέτοντας ερωτήσεις στους βαριεστημένους ρωτώντας ποιος απο τους δυο καπνούς ειναι ο πιο βλαβερός για τον οργανισμό.

 

Λες και χρειαζόμαστε κάτι περισσότερο απο εγκέφαλο, καρδιά, πνευμώνια και συκώτι μιας και οτιδήποτε αλλο εξυπηρετεί μόνο πρακτικούς σκοπούς. Λες και μπορούν να συνυπάρξουμε μαζί, λες και οι δράκοι πετάνε χρυσόσκονη, οι νεράιδες φωτιές και οι βασιλιάδες κανουν τους κλόουν να γελάνε. Κανείς δεν κάνει τους κλόουν να γελάνε.

Στην καλύτερη θα καταλήξουν ένα ντουετάκι. Θα χορεύουν, θα γελούν θα παλεύουν θα μαλώνουν και θα αυτοκτονούν ο καθένας με την σειρά του. Έλα ξεκίνα εσύ κ εγώ έρχομαι... Ραντεβού στον παράδεισο, στην κόλαση, στη νιρβάνα. Σαν σκατα τα έχετε κάνει κι έχω μπερδευτεί. Ζωή παζλ, ενα κομμάτι την ημέρα, τον μήνα, το λεπτό, το σύμπαν. Σιγά-σιγά θα ολοκληρωθεί μα σου σπάνε τα νευρα οταν η γάτα σου κρύβει τα κομμάτια ε; Ενοχλεί τώρα ε; Σπαστικό ε; ΞΕΡΩ ΞΕΡΩ.

Θα επιβιώσουν αυτοί που αποδέχτηκαν πως το πηγάδι τους ειναι άπατο και καθώς πέφτουν δε φοβούνται την πρόσκρουση. Αυτοί που ίσιωσαν το λυγισμένο τριαντάφυλλο και τελικά τους έλιωσε ένα δέντρο. Αυτοί που κολυμπούσαν μόνοι τους στη θάλασσα και χαλάρωναν με τη βροχή αλλα τους χτύπησε κεραυνός. Τι να το πεις; Ατυχία; Δεν σου παει η καρδιά. Η ποια; Ας σου παει τουλάχιστον το μυαλό... Το ποιο; Ας καταλήξουμε τουλάχιστον στο κρασί που έχει να λέει ιστορίες και σενάρια που δεν τελειώνουν αφού δημιουργούνται νέα σε καθε γουλιά. Γκλουπ, τικ τακ, ντουκ ντουκ, ντριν... ποιος ειναι εκει; Καμμιά απάντηση. Παλι λάθος. Κι άλλα λάθη; Αρνητικός βαθμός, πιο κρύο πεθαινεις και ας μην ήσουν ποτέ ζωντανός. Αν νόμιζες αλλιώς, έχεις ήδη χάσει.

Παλι έχασες; Τι ντροπή, δε βαρέθηκες να χάνεις; Έλα ηρέμησε λες και παίζουμε κανένα παιχνίδι... Μα πως... Παιδιά είμαστε; Κλείσαμε τα 18. Τουμπάρω τον κόσμο όλο αν θελήσω αλλα μ' αρέσει να είμαι εδώ κλειδωμένος στο κουτί μου. Να σκέφτεσαι έξω απο το κουτί για να μη με σκεφτείς ουτε στο ελάχιστο, όπως και να εχει επιπλέω.

Ανέβα πανω στο καλάμι σου, καβάλησε το, μοιαζει με σκούπα, κάνε τη μάγισσα αν εχεις την όρεξη μου. Πάρε την ασχήμια της και καν' την ομορφια. Γέλα όπως γελάει αυτη, γεμάτη πάθος και σου υπόσχομαι ότι θα χαμογελάσω και εγω. ΓΕΛΑ! Πρέπει να γελάσεις. ΓΕΛΑ ΣΟΥ ΛΕΩΩΩΩ. Ακομα και ψεύτικα. Σιγά το νέο. 

Δεν εχω νέα. Κακά μαντάτα στέλνει η ψευδαίσθηση. Συστημένα χωρίς γραμματόσημο αλλα με φιλιά απο το χάος και σφραγίδα απο κερί που έλιωνε όλο το βραδυ πανω απο κίτρινες σκισμένες σελίδες γεμάτες μουτζούρες, ποίηση της στιγμής και ασυναρτησίες που στέκουν μόνο για όσους βλέπουν στα μάτια σου γαλαξίες και στα χείλη γκρεμούς. Δε βρίσκονται όμως, γι' αυτό πεθαίνει ο Παλιάτσος. Για μια ματιά. Το αν αξίζει το ξέρει μόνο αυτός. 

Μη χτυπήσετε ακόμα το σφυρί κύριε δικαστα. Η υπόθεση δεν έχει κλείσει ακομα. 

Ο ορισμός του Μίσους


 Μίλησα για αγάπη πολλές φορες. Μίλησα για ελπίδες, πίστη, επιμονή, υπομονή και κατανόηση. Σταματάω εδω. Ας μιλήσουμε για μίσος. Για να σου δείξω ποσο δυνατά αγαπώ.

 Δεν ειναι αυτο που θέλεις να σκοτώσεις τον άλλον, δεν ειναι αυτο που αρκεί να εισαι εσυ καλα και οι αλλοι ας πανε να πνίγουν. Θα σου εξηγήσω...

 Ανοίγοντας αυτήν την πόρτα στο πάτωμα θα βρεις 99 σκαλοπατια. Με το που πατησεις το πρώτο σκαλοπάτι τα πάντα θα σκοτεινιάσουν.

 Για να δούμε... ποσο λάμπουν τα ματια σου τωρα;

Ήσουν αρκετά έξυπνος για να μετρήσεις τα σκαλωπατια αλλα αρκετά ηλίθιος για να με πιστέψεις. Σκονταφτεις στο εκατοστό σκαλοπάτι. ΗΛΙΘΙΕ.

Προχώρα, ειμαι ακριβως απο πίσω σου. Κοιτα μπροστα ή πίσω αλλα περπάτα ευθεία. ΠΡΟΧΩΡΑ ΧΕΣΤΗ. Τι φοβάσαι; Τις κραυγές; Τα νεύρα; Τα κλάματα που εσυ προκαλεσες; Πονάει τωρα που βγαίνουν απο το κεφάλι σου;

 Χαρούμενος που βλέπεις τα φώτα έτσι; Σε βλέπω ανατριχιασμενο, κρυώνεις; Ηρεμησε μην μου τρεμεις, φτάνουμε...

 Να, αυτα ειναι τα φώτα που είδες. Οι φωτιές αυτές. Και εγω πονάω οταν περνάω απο εδω, αλλα τουλάχιστον εχω εσενα. Και εσυ εμενα. Ικανοποιημένος; 
Θα δεις ματια που εκανες να δακρύσουν καθώς θα περνάς απο εδω. Αν αγνωησεις κάποια απο αυτα θα πάγωσεις, οι φωτιές θα σε λιώσουν. Θα εχει πλάκα. Θυμήθηκες και τα δικά μου ματια! χαχαχα μαθαίνεις...

Και αφου τα καταφέραμε απο εκει, περνάμε στα ξυραφια. Σε έκοψαν. Ετρεξε λιγο αίμα. Ασχημηνε η φάτσα σου, μεγάλωσε το χαμόγελο σου, αρχίζει να σου αρέσει εδω ε; 

Θα μπορούσες να μείνεις για πάντα εδω; Εχει τοσο όμορφα μερη να ανακαλύψουμε ακομα εδω κάτω. Και ας μην σωθώ ποτε. Τουλάχιστον υποφέρεις και εσυ...

Λοιπον, άκου τωρα προσεκτικά.

 Ανοίγοντας αυτήν την πόρτα στο πάτωμα θα βρεις 99 σκαλοπατια. Με το που πατησεις το πρώτο σκαλοπατι τα πάντα θα σκοτεινιάσουν.... χαχαχα