Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Έφαγα την ζωή με το κουτάλι



 Έβαλα την τηλεοραση δυνατά για να μην ακούω τις σκέψεις μου. Έβαλα να δώ ειδήσεις, έβρισα καθε πολιτικό και έπειτα έβαλα να δώ τούρκικο. Έσβησα το κινητο γιατι μόλις τελείωσα τη δουλειά και δεν θελω να ακουσω κανέναν πουστη που πήρε να ενδιαφερθει για εμενα. 

 Επιτελους λιγος ποιοτικός χρόνος με τον εαυτο μου και ποιος χρειάζεται άλλον; 
Η γλυκια φωνη του Τούρκου ομως διαταραχθηκε απο την μέτρια φωνη ενός εφήβου που μάλλον προσπαθούσε να κανει καντάδα για το τσόλι της πολυκατοικίας απέναντι. Δεν φώναξα γιατι ηθελα να τον μαζέψει η αστυνομία πιάνοντας τον στα πράσα που φύτεψε η πεθερά μου. 

 Δυστυχώς δεν πρόλαβα να καλέσω γιατι αργεί να ανάψει το κινητο που μόλις είχα σβήσει. Μάζεψα νερο με πάγο σε έναν κουβα και του τον πέταξα αν και ηδη ειχε αρχίσει να απομακρύνεται, λες και ηταν καμία γάτα, γιατι και οι γατες το αξίζουν ολο αυτο.

 Τελικά η αστυνομία έφτασε αλλα ηταν για εμένα. Ειχα πολυ δυνατά την τηλεόραση λένε οι μαλακές. Γέρος ανθρωπος ειμαι. Ανάγκες εχω. Λιγο σεβασμό στα γεράματα. Πάτησα τα 40, ποτε θα ηρεμήσει λιγο η ψυχη μου εμένανε;

 Οι γείτονες θα με κάρφωσαν, το ήξερα οτι ζηλεύουν την λεμονιά μου. Μου την έχουν αδειάσει, δεν εχει λεμόνι για λεμόνι πανω στο δέντρο αν και ποτε δεν ειδα να υπαρχει.
Σίγουρα θα ειναι το οκτάχρονο κακομαθημένο τους. Θα τα βάζει καθε πρωί στην σχολική του τσάντα για να μην τον δω να τα κρατάει. Έπρεπε να ειχα βάλει κάμερα. Αλλα δεν μπορώ να βάλω παντού. Μετα βίας επιβιώνω άλλωστε. 

 Αλλα αγαπητά μου παιδιά, τι να καταλάβετε εσείς τωρα. Είστε μικρά α-κομμα.
Μια μερα θα μεγαλώσετε και θα κατανοήσετε τι φωνάζω. Δεν ανυπομονείτε;
Υπομονή, υπομονή και υπομονή.

 Πωπω πείνασα. Γυναικααα, ΦΑΪ, ΤΩΡΑ.

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Στο Πατάρι


 Κλειδωμένος στο σπίτι λόγο της ακατάπαυστης βροχής που θα με έκανε να λιώσω, ειχα την ανάγκη να περασω την ώρα που προσαρμόζοντας την στο κλίμα που επικρατούσε. Έβγαλα την σκάλα απο την αποθήκη και την έστησα στον τοίχο.
Ηταν καιρός για μια εξερεύνηση αν και θα ηθελα να την ονομάσω επίσκεψη,
στο πατάρι.

 Άναψα την λάμπα που κρεμόταν απο το κέντρο και φώτιζε μετα βίας τον χώρο.
Οι σκονισμένες κούτες ειχαν η καθεμία απο ενα μονόγραμμα πανω.
Μια απο αυτές ειχε ενα άλφα γραμμένο, ηταν μικρότερη σε σύγκριση με τις άλλες και μου κίνησε την περιέργεια. Φύσηξα, ξεφυσηξα  και άνοιξα την κούτα.

 Μεσα της βρισκόταν ενα κουτί. 
Ενα ξύλινο κουτί ζωγραφισμένο στο χέρι με χρωματιστά λουλούδια να το αγκαλιάζουν και ηταν σκαλισμένο με την ακόλουθη φράση. 

"Θα το επαναλαμβάνω μέχρι να γίνω τέλεια"

 Ανοίγοντας το ξεπρόβαλε μια μπαλαρίνα. 
Χόρευε μπροστά σε εμένα και μπροστα στο καθρεφτάκι που βρισκόταν απο πίσω της 
κάνοντας την ιδια κίνηση ξανά και ξανά, την ιδια συνεχόμενη και αέναη στροφή, την ιδιοσυγκρασία της.

 Δεν ηταν τέλεια ομως. Φαινόταν οτι θα σκοντάψει, οτι ζαλιζοταν. Ηταν κουρασμένη και το χειρότερο ηταν οτι η μεταλλική μουσική που έβγαζε το μουσικό κουτί της στερούσε την ευκαιρία να χορέψει η μουσική μαζι της και οχι αυτη με την μουσική.

 Στον κενο χώρο κατω στα ποδια της ειχε ενα χαρτάκι.
Το ξεδίπλωσα και το διάβασα.

"Δεν εισαι φτιαγμένη για να γινεις τέλεια"

 Το έσκισα χίλια κομμάτια, έκλεισα το μουσικό κουτί και το κατέβασα απο το πατάρι.
Έπειτα το αφησα πλάι στο παράθυρο. Η μουσική που ακουγόταν σε ηχό στο πατάρι πλεον καλυπτόταν απο τον ήχο της βροχής και των κεραυνών.

 Η μπαλαρίνα ξεπρόβαλε για ακομα μια φορά, ομως κατι ηταν αλλιώτικο.
Επιτελους ο χορός της δεν έμοιαζε κουρασμένος και μονότονος και η ιδια δεν ηταν πλεον κουρασμένη. Ενιωθε τέλεια ακομα και αν δεν ηταν φτιαγμένη για να γίνει. 
Αυτο αρκούσε, για εμένα αλλα και για αυτη. 

 Εδω ηταν το μερος της, μπροστα στο υγρασιασμενο παράθυρο ενος κρύου μεσημεριανού. Δεν ηταν φτιαγμένη για σκόνες και σκοτάδια. 

Τοτε κατάλαβα οτι το άλφα που ειχε πανω η κούτα σήμαινε αναμνήσεις. 
Αλλα αφου καθε νόμισμα εχει δυο όψεις συμφωνήσαμε να το αποκαλέσουμε παρελθόν.

 Εσυ πόσο όμορφα χορεύεις;

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2015

Είσαι


Εισαι το πιο δύσκολο παζλ μου
Εισαι ενα βιβλιο που δεν θελω να τελειώσει ποτε
Εισαι το φως που μπαινει απο τα κλειστά παραθυρόφυλλα τις μεσημεριανές ώρες
Εισαι οι δείκτες στην πυξίδα και στο ρολόι μου
Εισαι το τσιγάρο που μου λείπει 
Εισαι η αγαπημένη μου οδός στην μίζερη αυτη πολη 
Εισαι ο λόγος που φαίνονται οι φλέβες μου
Εισαι ο καφές μου
Εισαι η ευχή μου πριν πέσω για υπνο 
Εισαι η σκέψη μου οταν ξυπνήσω 
Εισαι το χαμογελο μου 
Εισαι η πιο πρωτότυπη ιδέα μου 
Εισαι οι σταγόνες στο ντους μετα απο μια βρόμικη μερα
Εισαι το αεράκι στην έρημο
Εισαι η σκονη στην σοφίτα
Εισαι ο εφιάλτης που δεν θα με πείραζε να ξαναδώ
Εισαι το καμένο φιλμ μιας φωτογραφίας που τράβηξα απο ψηλά
Εισαι κόκκινο φως
Εισαι ενας ραγισμένος καθρέφτης
Εισαι μια σπασμένη κλεψύδρα 
Εισαι η ταινια που θα δω τόσες φορές 
Εισαι το τραγούδι που θα ακούσω άλλες τόσες
Εισαι ολα αυτα


Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

Ξέρω οτι ενοχλώ


 Δεν θυμώνω, μην αγχωνεστε.
Ειναι ενας συνδυασμός απογοήτευσης και πάθους.
Οταν ο δυναμισμός υπερέχει της υπομονής μου και η σιγουριά μου για το ποσο δίκιο εχω με κανει να φωνάζω. 

Το ξερω οτι ενοχλεί η φωνη μου αλλα βαριέστε να διαβάζετε.
Ακούστε με που και που, θα σας βγει σε καλό.
Δεν λεω οτι τα ξερω ολα αλλα ειμαι σίγουρος για αυτα που ξερω και ισως αξίζω απλα μια προσπάθεια.

 "Οχι οχι πες μου και αλλα", ειπες καθώς γυρνούσες το κεφάλι να ακούσεις κάποιον που με διέκοψε στην μοναδική πρόταση που προσπάθησα να σταυρώσω.

 Αλλιώς γιατι να μιλήσω και γιατι να εκφράσω γνώμη;  

 Αν θελετε το βουλώνω και απαντάω καταφατικά σε καθε σας πρόταση. Οτιδήποτε λεω, δεν βγαίνει με κακία αλλα με ειλικρίνεια. Αν ήθελα να γινω κακος δεν θα το έλεγα σε εσάς αλλα σε όλους τους αλλους. 

 Αν ομως παψω, τοτε δεν θα μιλήσω ξανα. Μην το μετανιώσετε γιατι θα κάνετε κακο σε εσάς και ξερω ποσο πολυ σας αγαπάτε.

 Ευχαριστω για την προσοχή σας.

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

Ψάχνοντας τον Παλιάτσο



 Ηταν μια φορά ενας παλιάτσος χαζός, πόσο μάλλον πονηρός.
Ηταν μόνος του στο πλήθος και του πληγώθηκε το ήθος.
Του είπε ο βασιλιάς να γελάει πιο πολυ αλλιως θα απολυθεί.
Η φιγούρα του θα αλλάξει, ο λαός θα νευριάσει.
Θα του κόψουν το κεφάλι. Θα λιποθυμήσει μες στην ζάλη.
Θα τον γαργαλησουνε μέχρι θανάτου και θα τρυπήσουνε τα αυτιά του.

 Ο παλιάτσος τρομαγμένος σαν φυτό θαμμένος, φοβήθηκε πολυ, πωπω καταστροφή.
Είδε τον καθρέφτη και σκέφτηκε πως η στιγμή του εχει έρθει.
Πήρε μια στροφή, ύψωσε την φωνή και ειπε:

 Οχι ετσι δεν το αφήνω. Δεν ειμαι αστείος μοναχα οταν πίνω.
Θα βάλω τα καλα μου και θα αφήσω σπίτι τα μυαλά μου.
Θα κουβάλησω μαχαιράκι και θα χάραξω ενα αυλάκι. 
Κανεις δεν θα με αγγίξει, το στόμα μου θα αφρίσει.
Η απομόνωση θα υπάρξει αλλα με την δικια μου τάξη. Κανεις δεν θα με αλλάξει. Καλυτερα τον ήλιο να κοιτάξει. Και αν απολυθώ, ας φύγω πρώτα εγω.

 Και εγινε λοιπον γραφέας. Και έγραφε με πένα το αστείο καθε ημέρας.
Μια ιστορια της καδενας που δεν την πιάνει πια κανένας. 
Μου την έφερε εδω μπροστά μου και εγω βρήκα τα λογικά μου.

 Την ζωή μου σαν και αυτόν θα ζήσω, και ας πηξω.
Μια συνήθεια της τρέλας να πεθαινεις πριν καταλάβεις οτι εισαι τρελός.
Το βιβλιο αυτο θα το κρατήσω ακομα και οταν ψοφήσω. 
Με το αίμα μου θα γραψω σαν τελειώσει το μελάνι.
Και μετα με κρασί.

 Θα γελάμε όλοι μαζί.

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Δεν θα χαθούμε


 Σε μια μεγάλη πόλη όπου τα στενά στένευαν μέρα με την μέρα.
Ίσως θα ηταν καλυτερα να πω βράδυ με το βράδυ, μιας και φως δεν υπηρχε.
Οι γωνιές βρομουσαν σαπίλα, τα καλώδια έτριζαν, τα μαύρα σύννεφα κάλυπταν τις κορυφές των ετοιμόρροπων πολυκατοικιών, κάνοντας με να καταλάβω τι σημαίνει πως η καταστροφή ειναι μια μορφή δημιουργίας.

 Μια μαύρη φιγούρα, μάλλον καποιος τύπος, χώθηκε σε ενα απο τα στενά με το λιγδιασμενο πλακόστρωτο και χάθηκε στο περιβάλλον του. 
Ξεπρόβαλε απο το σκοτάδι γιατι αρχισε να ανεβαίνει μια σκάλα που έδενε την πολυκατοικία, η οποία ηταν φωτισμένη απο έναν σπασμένο και με θαμπό γυαλί προβολέα που ειχαν βάλει οι ένοικοι για να "διώχνει" τους κλέφτες.

 Ο τύπος με σκυμμένο το κεφαλι ειτε για να βλέπει που παει ειτε γιατι δεν πήγαινε πουθενά, έφτασε στην αγαπημένη του ταράτσα. 
Στο μερος όπου είδε να του σφαγιάζουν τον ουρανο και να τρέχουν καταρράκτες τα αίματα και να του το παρουσιάζουν σαν όμορφο ηλιοβασίλεμα. 
Στο μερος όπου πηρε τις σημαντικότερες αποφάσεις και απέτυχε να τις πραγματοποιήσει. Εκει που οι διάλογοι ηταν τελικά μονόλογοι. Εκει που έπρεπε να πάρει την τελευταία του πρωτοβουλία.

 Πλησίασε στην άκρη της ταράτσας και σιγουρεύτηκε οτι ηταν αρκετά ψηλά καθώς η ομίχλη έκρυβε το πεζοδρόμιο. Στάθηκε στην άκρη και έκανε ενα βήμα στο κενο, ή τουλάχιστον ετσι πίστευε μέχρι που κατάλαβε πως ακούμπησε το πόδι του σε ενα απο τα καλώδια ρεύματος που συνδεόταν με την απέναντι πολυκατοικία.

 Η ζωή του έβαζε παιχνιδια και αυτός δεν ειχε τιποτα να χάσει.  

 Αρχισε να ισορροπεί πανω στο καλώδιο κάνοντας ενα βήμα την φορά χωρις να ηταν σίγουρος το τι προσπαθούσε να κανει. Για πρώτη φορά στην ζωή του κοίταξε μπροστά του αντι για κατω ή για πίσω του και τοτε την είδε. Δεν ήξερε πως την έλεγαν, δεν την ειχε δει ποτε του και δεν της ειχε μιλήσει ποτε του. Η γυναικεία σιλουέτα πλησίασε ακροβατώντας και αυτη στο καλώδιο. Αναγνωρίστηκαν και κάθισαν πανω του. Δεν ειχε χώρο να προχωρήσει κανένας απο τους δυο. Ενας δρόμος, διαφορετικές κατευθύνσεις.
Δεν θα χαθούμε. Θα παγώσουμε εδω. 

 Αυτο ηταν το σχέδιο.

 Αλλα οι μέρες περνούσαν, τα κορμιά κουράστηκαν και οι δύο τους κρεμάστηκαν απο το καλώδιο, περιμένοντας. 

Τι περίμεναν; Εσυ να μου πεις.