Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Κρατώντας τον λύκο μακριά

Βρέχει ή μήπως κλαίει ο θεός; «Μας κατουράει» ακούστηκε από κάπου κι έτσι μετέφρασα τις βροντές σε γέλια του. Και καλά μας κάνει κύριοι. Κι εγώ θα το έκανα αν ήμουν εκεί ψηλά.

Αφού δε μαθαίνουμε. Τι ωραία να βράζεις στο καζάνι. Τι όμορφα να παίρνεις τις λάθος επιλογές τη μια πίσω από την άλλη. Πώς θα γίνουν όλα δραματικά; Δε γίνεται αλλιώς. 1+1=2 στα μαθηματικά μα στη ζωή ποιος ξέρει;

Και τι πλάκα που έχουν όλα τα «θα αλλάξω» που κράτησαν δύο δάκρυα. Και τι μοιραία τα «έχεις δίκιο» που το «δε με νοιάζει» στη συνέχεια ήταν αυτονόητο κι έτσι δεν ειπώθηκε για εξοικονόμηση χρόνου και αποφυγή καβγάδων.

Είπαμε να κρατήσουμε τον λύκο μακριά και του έχουμε μπολάκι με φάι στο σκαλοπατάκι της εξώπορτας. Πρωτόγονοι. Βάρβαροι που φοράμε λουστρίνια και τρώμε ανασφάλεια σαν ένα χρυσόψαρο στη γυάλα που πλέει στα σκατά του.

Εξαρτημένοι που πρέπει να στρώσουν το κρεβάτι τους πριν πιουν αλλιώς δεν κοιμούνται. Μα ποιος κοιμάται τελικά;

Και ενώ θα δαγκώνεις το χέρι που σε ταΐζει, ενώ θα γρυλίζεις φθόνο και τα αναμενόμενα αποτελέσματα της κάθε λέξης σου σε σοκάρουν, θα κλέψω πίσω κάθε αγάπη.


Όχι για κάποιον άλλον. Όχι για έμενα. Θα την πετάξω στα σκουπίδια. Όπου και ανήκε ανέκαθεν άλλωστε.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Όπως σε κάθε γαλλική ταινία

Οι καπνοί απ’ τις καμινάδες αντικαθιστούσαν τα σύννεφα. Τα στενά μύριζαν αμμωνία και το πεζοδρόμιο σπασμένο τσιμέντο. Ορθάνοιχτα μάτια κρύβονταν πίσω από κλειδαρότρυπες και η αδικία μέσα στην τύχη. Ποιος είναι εκεί;

Κάθε πρωί ήταν μια παύση απ’ την αλήθεια, τη νύχτα. Αν δεν υπήρχε η αυγή πολλοί θα τρελαινόντουσαν. Μα για την ώρα το κρασί ρέει. Μα για την ώρα πολλά χάνονται στη μετάφραση και το αντικειμενικό παραμένει υποκειμενικό.

Όποια ερώτηση δεν έχει ομόφωνη απάντηση ή δεν απαντιέται με ναι ή όχι της δίνει ιδιαίτερο νόημα. Γιατί κάθε σενάριο και γρίφος λύνεται με ερωτήσεις και με υποθέσεις. Αρκεί μια απ’ αυτές να είναι η πραγματικότητα. Αλλιώς ζεις μόνος σου. Καλύτερα;

Τώρα το αυλάκι γεμίζει με νερό απ’ τη βροχή. Όταν ήμουν μικρός μου φαινόταν πιο καθαρό. Κι όσο χαδεύω αναμνήσεις δίνω υποσχέσεις στο μέλλον για το παρελθόν που δεν έζησα. Θα μείνεις πίσω μαζί μου; Είναι λίγο πιο δύσκολο να προχωρήσουμε μπροστά μαζί.

Τι γράμματα θα σκάλιζες στο ξύλινο παγκάκι μέχρι να το σαπίσει ο καιρός; Σε κάποιους αρέσει αυτή η μυρωδιά. Αυτή η μυρωδιά του βρεγμένου, σάπιου, χαραγμένου με γράμματα εραστών ξύλου. Κι εσένα σ’ αρέσει. Μ’ αρέσει που σου αρέσει. Μα δε θα ήταν δικά μου τα γράμματα. 

Να εγώ, σκεφτόμουν. Θα ταίριαζες στην ταινία μου. Θα είναι γαλλική. Τι θα γίνει στο τέλος ρωτάς. Μεταξύ μας ή στην ταινία; Όπως και να έχει, η απάντηση είναι ίδια. Κάτι κακό ή τίποτα. Όπως σε κάθε γαλλική ταινία, όπως σε κάθε τέλος, αν είναι πράγματι το τέλος.