Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Πληγές κι Αλάτι

Γαμώτο και πληγές. Πολλές πληγές που ραντίστηκαν από καθάρματα με μαύρο αλάτι για να πονέσει λίγο περισσότερο, για να δούμε πόσο αντέχει κανείς. Και αφού πέρασαν τα χρόνια και οι φωνές σώπασαν γιατί οι λαιμοί κόπηκαν, οι πληγές γίναν τραχύ δέρμα.

Για όσα πονούσα, δεν πονάω πια. Για όσα μόχθησα τα έχω βρει αν και σπασμένα. Τώρα δε μοχθώ και ασχημαίνω. Σαν τίποτα να μη μου λείπει, μα αυτό μου λείπει. Μου λείπουν οι πληγές μου, μου λείπουν τα εμπόδια που θέλω να σκοντάψω. Δεν ξέρω αν είμαι άδειος ή γεμάτος.

Δε θέλω τη γνώμη σου. Συνήθισα να μιλάω μόνος μου, να κοιτάω μόνος μου, να σκέφτομαι μόνος μου. Μα το ενδιαφέρον δεν κερδίζεται παρά μόνο αν μοιάζει με εσένα και είναι βαριά τιμωρία για τα κλειστά μυαλά του κόσμου. 

Πόσο ξεχωριστός νομίζεις πώς είσαι; Και εγώ έτσι νόμιζα μέχρι που με άκουσα να μιλάω. Αλλά είναι μια αρχή να ακούς. Να σε ακούς λοιπόν. Ακόμα και αν μιλάς στον εαυτό σου.

Δε γίνεται να λες άλλα και να κάνεις άλλα. Δεν είναι πρέπον. Αν δε σε νοιάζει το πρέπον μην πας και λες σε όλους πως ξέρεις τι σου γίνεται. Από ψέμα χορτάσαμε. Κρύψε την αλήθεια. Είναι διαφορετικό(;).


Ποια θάλασσα συναισθημάτων μπορεί να φέρει στην επιφάνεια αλήθειες αν δεν περιέχει αλκοόλ ή μίσος; Σώπασε τώρα. Ακούς τα κύματα που σπάνε στους κρυστάλλινους βράχους; Σκουριάζουν.


Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Το Φως μου


Σε μια παραλία, το βράδυ της όγδοης μέρας της εβδομάδας, μια παρέα ατόμων είχε μαζευτεί γύρω απ' τη φωτιά. Όλα ήταν εκεί. Η ζεστασιά της φωτιάς, αυτοί, το κρασί, τα τσιγάρα, οι κιθάρες και φυσικά, εσύ.

Εσύ γλυκιά μου. Που αν μου έλεγες ότι τα μάτια σου μπορούν να λάμψουν περισσότερο δε θα το πίστευα, μέχρι που το είδα.

Με κοιτούσες με το βλέμμα που έλεγε συγγνώμη χωρίς να χρειαστεί να σαλέψουν τα χείλη σου. Μου έλεγαν πως είσαι δικιά μου όμως δεν ήσουν.

Αυτό το χαμόγελο που προσπαθούσε να πει ψέματα, ήταν το μόνο ψέμα που θέλησα ποτέ μου να πιστέψω. Και ξαφνικά όλα χάθηκαν.

Μείναμε οι δυο μας να κοιταζόμαστε και η φωτιά να μας ζεσταίνει λίγο περισσότερο απ' το επιθυμητό. Έπρεπε να σπάσει η σιωπή αλλά δε μιλούσες.

Άρχισε να ακούγεται ένα soundtrack κάποιας σαχλής ρομαντικής ταινίας και ήξερα ότι αν δεν έλεγα κάτι εγώ, η μουσική θα τελείωνε και θα μέναμε άπραγοι.

Γι' αυτό πήρα μια ανάσα και έβγαλα το αγαπημένο μου πουκάμισο και το πέταξα στην φωτιά για να σε φωτίσει λιγο περισσότερο.

Ξέρεις, γιατί είναι απαράδεκτο και άκρως ακατάδεχτο να σβήσει η φωτιά και να σκοτεινιάσει το πρόσωπό σου.

Να λάμπεις σε παρακαλώ, γιατί είναι το μόνο που χρειάζομαι στον κόσμο.

Η Έναστρη Νύχτα


Ζωντάνεψαν τα πάντα για όσους δεν μπορούσαν να δουν. 
Πουτάνα όλα στο Λούβρο. 

Κάθε πίνακας μιλούσε. Για να καταλάβεις, η Μόνα Λίζα απλά έσφιξε τα χείλη. «Μαλάκα έχω νεύρα» μα τα κράτησε σε ένα πιεσμένο χαμόγελο.

Ο Θεός άπλωνε το χερι γελώντας και ο Αδάμ τέντωνε το δικό του ενώ ηταν έτοιμο να ξεκολλήσει απ' τον ώμο του. Τα ρολόγια εξατμίστηκαν απ' την ζέστη και ο σταυρός ξεκόλλησε απ' τον ουρανό πλακώνοντας τον Ιησού.


Οι εραστές πνίγονταν απο τις σακούλες που είχαν στα κεφάλιά τους ενώ ένας πίνακας με θάλασσα και τρικυμία στράβωσε και πλημμύρισε όλη η αίθουσα. Α, και η Κραυγή(;).


Σώπασε για πάντα, ποτέ πριν δεν ειχε δει βροχη πεφταστεριών.

Όχι μονάχα οι πίνακες αλλά και οι φωτογραφίες ξύπνησαν. Τα ηλιοβασιλέματα μύριζαν υγρασία, οι γκρεμοί φώναζαν «πήδα» ενώ οι φωτογραφίες στις οποίες ήμασταν μαζί, πήραν φωτιά.

Οι νεκροί δάκρυσαν, οι παντρεμένοι το ίδιο. Οι στρατιώτες χαμογέλασαν και τα αδέρφια αυτή τη φορά αγκαλιάστηκαν πιο σφιχτά.

Πρόσωπα πετάγονταν από οθόνες σινεμά και τηλεοράσεων. Φήμες λένε ότι δεν ήθελαν να γυρίσουν πίσω. Κάνει κρύο στον κόσμο τους. Έτσι κάποιοι έμειναν απ' έξω και ονομάστηκαν ηθοποιοί, έπειτα εμείς το συνηθίσαμε.

Οι βιβλιοθήκες έπεσαν για να βγουν τα βιβλία απ' τα ράφια τους, για να ανοίξουν και να φανερωθούν καθε λογής σκίτσα, που το πρωτο πράγμα που έκαναν ήταν να πάρουν μια ανάσα και να βηξουν. Μεγάλο κρίμα, τοσο καιρό κλειστά και μεσα στην σκόνη. Όπως όλοι μας.

Μακάρι εκείνο το βραδυ να μην ήμουν ο μονος ξύπνιος.



Στάχτες


Βλέπουμε ό,τι θέλουμε να δούμε. Εμείς επιλέγουμε τη διάθεση μας, τις αποφάσεις μας, την οπτική μας γωνία σε μια ζωή που όλο κάνει κύκλους.

Ανάλογα με τα ερεθίσματα που έχουμε θα προσέξουμε λέξεις, ή θα αγνοήσουμε λέξεις. Το ίδιο ισχύει και για τις πραξεις.

Αν θες μπορείς να το βαφτίσεις πεπρωμένο, αν θες τύχη, αν θες πες πως ήταν και γραφτό, ή μήπως ήταν σύμπτωση; Θα σε βόλευε να ήταν σύμπτωση, μιας και ο,τι λάθος συνέβη ηταν εξαιτίας της απέραντης γκαντεμιάς σου και αν όχι τοτε θα ηταν άνετο να ήταν γραφτό.

Θα ήταν όλα τοσο βελούδινα, σαν απο ταινία, για να πλάσεις μια φανταστική παραμυθένια πραγματικότητα πάνω σε κάτι που είναι σχεδόν όπως το φαντάστηκες στο όνειρο σου, μπορεί όμως να μη μοιαζει και καθολου.

Μια ατελείωτη ανάγκη να βρούμε αυτό που ψάχνουμε έχει ως συνέπεια τη δημιουργία παραισθήσεων αλλα και ψευδαισθήσεων για να κοιμηθούμε ήρεμα το βράδυ.

Όταν θες απεγνωσμένα κατι, ψάχνεις μόνο αυτό, προσπερνάς καθε προειδοποιητική ταμπέλα, καθε σήμα, κάθε αλληλογραφία. Κρατάς τα ματια σου καρφωμένα πανω του και ανοίγεις το πουκάμισο. Αδειανό. Κοιτάς γύρω σου. Στάχτες.

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Πλάι στο κύμα


Πλάι στο κύμα, μια κοπελα αποκοιμήθηκε ενώ διάβαζε το βιβλίο της...  Tο κύμα παρέσυρε το βιβλίο κι εκείνη δεν έμαθε ποτέ τον δολοφόνο, αλλά γιατί να τον μάθει; Για πάρτη του σκότωσε. Ήξερε ότι η κοπέλα που δολοφόνησε δεν άξιζε δεκάρα, έτσι κι αλλιώς όλοι το γνώριζαν.

Και ποιος είσαι εσύ να αφαιρέσεις μια ζωή επειδή εσύ έκρινες οτι δεν άξιζε να ζει; Αλλά το έκανες, πάει τελείωσε. Οι ενοχές όλες δικές σου και ολοι οι αλλοι χαρούμενοι. Ήρωας. 

Μην ανησυχείς, δεν θα σε πιάσει κανείς. Υπάρχουν τόσοι ύποπτοι και εσύ δεν είσαι ένας απ' αυτούς. Δε φαίνεσαι πανάθεμά σε. Ξέρεις να μιλάς και να φέρεσαι. Πρέπει να σε αναλύσει κάποιος για να σε βρει αλλά είσαι τόσο μόνος.

Είσαι τόσο μόνος που οι επιλογές σου είναι τόσο εύκολες. Δεν επηρεάζεσαι, δεν έχεις άλλες γνώμες να σε αποσπάσουν.

Είναι ένας τρόπος ζωής, δε λέω. 
Αλλά νιώθεις πραγματικά άνθρωπος;
Καταφέρνεις να σε γεμίζεις;
Γιατί το έκανες, πότε, πώς, πού;!
Δε θα σε κάρφωσω, θαυμάζω τους γρίφους. 

Κάνε με το ημερολόγιό σου. 
Το έχεις ανάγκη, πες την αλήθεια. 
Πες μου τα μυστικά σου, για να σου και εγώ όσα κρύβω.

Συγγνώμη


Αγαπητό μου ημερολόγιο, θα ήθελα να σου ζητήσω συγγνώμη. Αξίζεις ζωγραφιές, χρώματα, σχέδια και πιο ωραία γράμματα απ' αυτά, μήπως και αντιπροσωπεύσουν την πραγματική σου αξία. Χάνεται το περιεχόμενό σου. Αλώνεται, γίνεται πιο αδιάφορο και κουραστικό. Και στο υπόσχομαι, εσύ αδιάφορο και κουραστικό δεν είσαι.

Οι γονείς μου και οι φίλοι μου, μου το έλεγαν ανέκαθεν πως δεν έχει σημασία η εξωτερική εμφάνιση αλλα η εσωτερική. Το πόσο σωστός, ηθικός, δίκαιος και ευγενικός είσαι. Το πόσο καλόκαρδος και γενναιόδωρος. Το να βοηθάς, να προσπαθείς και να νοιάζεσαι. Να κουράζεσαι, να υποστηρίζεις και να χτίζεις χαρακτήρα. Το να λες τη γνώμη σου. Αυτο μου έλεγαν ότι είναι ομορφιά από τότε που με θυμάμαι.

 Εγώ τους πίστεψα. Προσπαθούσα από τότε να το κατορθώσω. Έτσι ήμουν, έτσι είμαι κι έτσι θα ειμαι. Ο σεβασμός και η εκτίμηση έρχονται μετά. Το δέχτηκα και αυτό. Αλλα εχω φτάσει μακριά και εχω αρχίσει να θυμώνω και να κουράζομαι. Να ζηλεύω, κάτι που δεν έκανα ποτέ μου.

 Άτομα όμορφα στην εξωτερική με ποικιλίες στην εσωτερική. Απο μπαστάρδια μέχρι λεβέντες. Τραβάνε κόσμο. Ακούγονται. Καταλαβαίνονται. Δεν ξερω πόσοι μένουν κοντά τους αλλα το πρόβλημα μου είναι άλλο. Όσο όμορφος και να εισαι εσωτερικά, αν δεν εισαι όμορφος εξωτερικά, οι άνθρωποι δεν σε αναγνωρίζουν. Δεν σε βλέπουν, δεν σου μιλάνε, δεν ψάχνουν να σε ανακαλύψουν. Δεν ειναι λάθος τους και δεν τους κατηγορώ. Απλα συμβαίνει και υπάρχει. Ο,τι λάμπει δεν ειναι χρυσός μα ο,τι δεν λάμπει ανακαλύπτεται πιο δύσκολα, δε φαίνεται και χάνεται.

Θησαυροί και καμένα χαρτιά που κανουν παπάδες μόνοι τους, νιώθουν αμήχανα όταν τους δίνεται η απαραίτητη προσοχή για να δείξουν τι αξίζουν. Δεν είναι συνηθισμένοι σε τέτοια.

Θελω να πω οτι αν ήμουν πιο όμορφος και εγω δεν θα είχα άλλον χαρακτήρα απο αυτόν που εχω τωρα αλλα δεν το ρισκάρω. Εχω δει τι κανει η δύναμη... Και η ομορφιά ειναι δύναμη....

Οπότε συγγνώμη αγαπητό μου ημερολόγιο. 
Σου το ορκίζομαι ομως οτι όποιος άνθρωπος σε πιάσει στα χέρια του θα συγκινηθεί.
Θα σε αγαπήσει και θα σε καταλάβει. Και αν δεν γίνει ποτε αυτο θελω να μην μου φοβηθείς γιατι θα εχεις εμένα. Εντάξει;