Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Η Κουκουβάγια συνάντησε τον Λαγό


Σε ενα δάσος, ναι σωστά μάντεψες, μια φορά και έναν καιρο, στην χωρα του Παντα, υπήρχε μια κουκουβάγια. Η μοναδική κουκουβάγια του δάσους. Οταν θα πέθαινε αυτη δεν θα υπήρχε ποτε καμμιά άλλη όμοια της.
 
 Σύμβολο σοφιας, που της το ειχαν φορτώσει απο την στιγμή που γεννήθηκε. Ηταν αναγκασμένη να ζει με αυτήν την ταμπέλα για παντα. Της άρεσε, δεν το αρνιόταν. Μα δεν άντεχε να το θεωρούν δεδομένο. Μπορούσε να κανει πλήρης στροφή με το κεφάλι της σαν καποιος δαίμονας. Μπορούσε να δει τα πράγματα που δεν θα μπορούσε να δει ποτε κανένας αφου δεν εχει τα δικα της ματια. Την ανέβαζαν και την κατέβαζαν τεμπελα επειδή κοιμόταν όλο το πρωί. Δεν ειχαν ιδέα οτι δούλευε όλη την νύχτα. Δεν τους το ειπε και ποτε. Οχι ομως γιατι δεν προσπάθησε.
Η φωνή της ηταν τοσο άσχημη που ακομα και ποίηση να ερμήνευε ακουγοταν σαχλη. Έτρεμε και λιγο.Ίσως να μην πίστευε στον εαυτο της.
  
 Δεν ξέχασε ποτε οτι δεν εχει σημασια τι λες, μα ειναι ο τρόπος που το λες που κανει τον άλλον να γυρίζει τα δικα του ματια πάνω σου. Αλλα δεν μπορούσε να τα ερμηνεύσει και διαφορετικά.

 Ένιωθε μονη. Αισθανόταν και χαζή. Γιατι;
Γιατι δεν μπορούσε να την καταλάβει κανένας.
Γιατι δεν μπορούσε να καταλάβει κανέναν.
Οι υπόλοιποι καταλαβαινονταν. Χαζή.

 Μέχρι που μια μέρα συνάντησε έναν λαγό.
Θα τον ειχε σκίσει και κατασπαράξει αν δεν ηταν αυτός που την ειχε πλησιάσει. Κρατούσε το χαλασμένο του ρολοι κολλημένο στις 11:11. 
Κατάλευκος, πράσινα ματια, μπότες και τοπ χατ.

  "Ξερεις τι ώρα ειναι;" ρώτησε ο λαγός.
"Οχι, δεν με νοιαζει παρα μονο οταν ο ήλιος δύσει. Δεν φοβάσαι μην σε φάω;" ρώτησε αυτήν την φορά η κουκουβάγια.
"Ναχ, εγω δεν φοβάμαι τον θάνατο, θα πέθαινα να ξερω τι ώρα ειναι!", ανταποκρίθηκε ο λαγός.
"Μα γιατι να ρισκάρεις;" ειπε η κουκουβάγια με απορία.
"Γιατι αν δεν ρίσκαρα δεν θα μπορούσα να είχα κανει αυτο το λογοπαίγνιο" και ο λαγός χαμογέλασε στην περιφανια του.

 Η κουκουβάγια άναψε ενα τσιγάρο και πρόσφερε ένα και στον λαγό. Ο λαγός το δέχτηκε μετα χαράς. Άπλωσε πάνω του ενα μαντήλι, το τράβηξε, και το τσιγάρο ειχε εξαφανιστεί.

"Εντυπωσιακό!" κραύγασε η κουκουβάγια με γουρλωμένα ματια
"Μα γιατι δεν το καπνησες;"
"Γιατι ετσι θα μου εκανα κακό, ενώ τωρα, εκανα καλο και στους δυο μας."

Η κουκουβάγια κατάλαβε τι ειπε ο λαγός. Εσυ;

 "Εισαι το πρωτο άτομο μετα απο πολυ καιρο με το οποίο εχω μιλήσει για τόση ώρα.
Απο την μια νιώθω αδύναμη που δεν σε άγγιξα μα τελικά άξιζε που δεν έβγαλα γρήγορα συμπεράσματα." ειπε η κουκουβάγια με κλαμμένο ύφος.
"Και εγω εντυπωσιάστηκα" απάντησε ο λαγός. "Συνήθως με τρώνε. Ετσι λοιπον σταμάτησα να πηγαίνω στον οποιοδήποτε να ρωτάω την ώρα. Άρχισα να διαλέγω αυτους που κοιτάζουν μονο οταν διαβάζουν και βλέπουν μονο ακούγοντας."

Κοιτάχτηκαν και οι δυο στα ματια. Τα στρογγυλά γουρλωμένα ματια της κουκουβάγιας συνάντησαν τα πράσινα ξύπνια ματια του λαγού και τοτε κατάλαβαν τι ειχε συμβεί.

 Ετσι λοιπον, η σοφια, η εξυπνάδα, η μοναξιά και η μελαγχολία ερωτεύτηκαν την τρέλα, την πονηριά, το μυστήριο, τον αυθορμητισμό και την μαγεία. Δέθηκαν, έγιναν ενα. Ευτυχώς πήγαν ολα καλα, κανεις δεν κατέστρεψε τον αλλον. Τα χρώματα που ένωσαν δεν έβγαλαν μαύρο. Μα ουτε λευκό. Δυο άπιαστα κομμάτια της μικρής ζωής σχημάτισαν αυτο το τρίτο. Αυτο που προσπαθω να αγγίξω καθε μέρα, πόσο μάλλον οταν ξυπνάω το βραδυ κλαίγοντας χωρις λόγο.
Νιώθοντας δυο ματια πάνω μου, και τις κραυγές της κουκουβάγιας που περιμένει στο παράθυρο μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου