Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

ΓΚΑΝΤΕΜΙΑ

 
ΓΚΑΝΤΕΜΙΑ! Φώναξε ο μαύρος γάτος για εκατοστή φορά απόψε. Ενα αμάξι πέρασε ξυστά και τον έκανε μούσκεμα. Ενα ποδήλατο του πάτησε την ουρά. Ενα παλιόπαιδο του έδωσε μια κλοτσιά στα πλευρά αλλα ο γάτος ηταν τοσο εξουθενωμένος που δεν έβγαλε καν τα νύχια του.

 Ο γάτος βρεγμένος, πονεμένος, κουρασμένος... Ήθελε να γύρισει σπίτι, αλλα θυμήθηκε οτι δεν εχει. Μια γυναίκα με ενα αδιάβροχο κίτρινο παλτό τον είδε. Αυτός την ερωτεύτηκε. Αυτη άρχισε να περνάει και να ξαναπερναει απο το ενα πεζοδρόμιο του δρόμου στο αλλο. Συνέχισε με γύρους γύρω απο τον εαυτο της. Έπειτα, έβγαλε αλάτι απο την τσάντα της και άρχισε να το πετάει πίσω απο την πλάτη της. "Ολα τα ειχα, εσυ μου ελειπες τωρα" φώναξε στον γάτο και τα γαλάζια ματια της συναντήθηκαν αυτα του γάτου.

"ΜΑΝΤΑΜ ΣΥΓΓΝΩΜΗ, δεν ειναι δικό μου λάθος αν εσείς είστε άτυχη, χωρις να θελω να σας προσβάλω βέβαια", ειπε αγχωμένος ο γάτος.

 Η γυναίκα ομως προσβλήθηκε. Μες στα νευρα της, πέταξε την ομπρέλα της για να χτυπήσει τον γάτο.
 
 Αυτός έτρεξε να την αποφύγει, περνώντας κατω απο μια σκάλα και πέφτοντας πάνω σε έναν μουχλιασμένο καθρέφτη που ειχε αφεθεί στα σκουπίδια, σπάζοντας τον βέβαια.

 "Κοιτά τι έκανες" είπαν ταυτόχρονα ο ενας στον αλλο.

 Ποσά χρόνια γκαντεμιας μεσα σε ενα λεπτό; Εψαχνα για τύχη και βρέθηκες εσυ. Τι εκανα και το πληρώνω τοσο ακριβά;!

 Ο γάτος δεν την πρόσεχε πια, τα γυαλιά του καθρέφτη τον ειχαν καταγδαρει, μα δεν φαινονταν οι πληγές μιας και τις καλυβε τρίχωμα του, τα ματια του άρχισαν να κλείνουν καθώς έχανε δευτερόλεπτο ανα δευτερόλεπτο τις αισθήσεις του.

 Η γυναίκα ομως σταμάτησε σιγά σιγά να του φωνάζει. Πρόσεξε την κομμένη ουρά του, το κρεμασμένο πόδι του, τα καμμένα μουστάκια του. Τον πλησίασε, του ζήτησε συγγνώμη ψηθηριστα και τον έβαλε κατω απο το κίτρινο αδιάβροχο της που ειχε αρχίσει να κοκκινίζει απο τα αίματα. Ευτυχώς που ηταν αδιάβροχο. Παμε σπίτι.

 Το επόμενο πρωί ειχε βγει ουράνιο τόξο μαζι με τον ήλιο καθώς όλο το βραδυ έβρεχε, ηταν τοσο έντονο που θα μπορούσε κανεις να πει οτι η άκρη του ηταν δυο βήματα παραπέρα. Ο γάτος ξύπνησε με επιδέσμους και γύψους αλλα και τσιρότα παντού. Κοιτώντας γύρω του κατάλαβε οτι βρισκόταν μεσα σε ενα σπίτι. Δεν ειχε ξαναδεί ποτε του ενα σπίτι απο το εσωτερικό του, αλλα οταν το ονειρευόταν ηταν ακριβώς ετσι. Ομως δεν έχασε χρονο, σηκώθηκε, άρχισε να τρέχει προς στην χαραμάδα της πόρτας. Δεν ειχε συνηθίσει σε τέτοιους παραδείσους.

 Με το που πάτησε στο κατώφλι, τα ματια του έλαμψαν. Χιλιάδες τετραφυλλα τριφύλλια έραβαν έναν πράσινο χαλί που τελείωνε σε ενα παγκάκι στο οποίο έκανε σκιά ενα ψηλό δέντρο. Το δέντρο αυτο ειχε περασμένο στα κλαδιά του δεκάδες πέταλα. Στο παγκάκι καθόταν η γυναικα. Χάιδευε το πόδι ενος κατάλευκου λαγού που ειχε ως κατοικίδιο, ενώ διάβαζε ενα βιβλιο. Απλώνοντας το χέρι της που χάιδευε τον λαγό, το μανίκι της μπλούζας της σηκωνόταν προδίδοντας ενα βραχιόλι με μικρές κόκκινες πιπεριές. Η γυναικα γύρισε προς τον γάτο.

"Ευχαριστώ", είπαν ταυτόχρονα ο ενας στον άλλον.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου