Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Το Θέατρο των Ιδεών


 Κυριακή βράδυ, ο κόσμος θελει να χαλαρώσει πριν πέσει παλι με τα μούτρα στην δουλεια. Τι προτιμότερο απο μια κωμική παράσταση στο θέατρο για να δει τον διάσημο εεε... πως τον έλεγαν; 

 Η παράσταση ξεκινούσε στις εννιά. Μετα τις εννιά οι πόρτες του θεάτρου έκλεισαν.
Όσοι ήθελαν να την δουν έπρεπε να είχαν έρθει στην ώρα τους. Οι προβολείς έπεσαν στην κουρτίνα της σκηνής και ο μεγάλος κωμικός εμφανίστηκε με αργό βηματισμό περπατώντας παράλληλα της σκηνής. Έκανε μια υπόκλιση και τα χαμόγελα των θεατών άναψαν. Επιτελους χαλάρωση και γέλια, ή τουλάχιστον ετσι νόμιζαν.

 Ο κωμικός ξεκίνησε να λεει ανέκδοτα, να τραγουδάει, να χορεύει και να διηγείται ιστορίες και περιστατικά.

Τα ανέκδοτα κρύα σαν τον πάγο.
Τα τραγούδια στριγκλιές μωρού.
Ο χορός εκτός ρυθμού και πάθους.
Οι ιστορίες συνηθισμένες και προβλεπόμενες.

Οι θεατές άρχισαν να γιουχάρουν, να ζητάνε πίσω λεφτά και χρονο. Να τον βρίζουν και να τον κρίνουν. Τα φώτα της σκηνής έπεσαν, αλλα η παράσταση ειχε μόλις αρχίσει.

 Το κοινό σηκώθηκε να φύγει αλλα τα φώτα της σκηνής ξανάναψαν. Στο κέντρο βρισκόταν ο κωμικός, καθισμένος σε μια ξύλινη καρέκλα με ποπ κορν στο ενα χέρι και κόκα κολα στο αλλο και με ενα μισοφέγγαρο για χαμογελο. Τα φώτα μετακινήθηκαν απο πανω του και τύφλωσαν το κοινό. Ακουγόταν πλεον μονο η φωνή του, χωρις να φαίνεται ο ίδιος.

"Αυτη η βραδιά λοιπον, θα ειναι όλη δίκη σας, θελω να μου δώσετε τον καλύτερο σας εαυτο. Εμπρός, κάντε κατι έξυπνο, πείτε κατι πρωτότυπο, ΚΑΝΕΤΕ ΜΕ ΝΑ ΓΕΛΑΣΩ."

Όλοι κινήθηκαν προς τις πόρτες για μια ακόμη φορά για να φύγουν σκεπτόμενοι οτι τα ειχε χάσει εντελώς αλλα οι πόρτες δεν άνοιγαν με τιποτα. Άρχισαν να φωνάζουν, άλλοι απο αγανάκτηση και άλλοι για βοήθεια.

"Κανεις δεν θα βγει απο εδω μέχρι να με κανει να γελάσω"

 Το κοινό έπρεπε να δράσει. Ίσως έπρεπε να παει με τα νερά του.
Άρχισαν να σκέφτονται ανέκδοτα που είχαν ακούσει στο δημοτικό. Ξεκίνησαν να γράφουν χορογραφίες, να συνθέτουν τραγούδια και να δημιουργούν σκετς.
Ακουγόταν ο ήχος των στύλο πανω στα χαρτιά που σκιζονταν λόγω του πανικού και των κολλημένων μυαλών του κοινού.

 Οι πρώτες ιδέες έλαβαν χωρα και παρουσιάστηκαν στην φωνή του κωμικού.
Πρόχειρες, σύντομες και ανεπαρκής. Ο κωμικός ξαναμίλησε.

"Πρόχειρο, σύντομο και ανεπαρκές. Έχετε χρονο στην διάθεση σας, δεν σας πιέζει κανεις, μην ιδρώνετε."

 Ο ήχος απο το καλαμάκι της μισοτελειωμένης κοκα κολας του αντήχησε στην αίθουσα.
Ηταν σαν να ρουφούσε την φαιά ουσία απο τους εγκεφάλους τους. Έλειπαν οι πρωτοβουλίες. Άρχισαν να καταλαβαίνουν οτι ειναι βαρετοί. Οτι όσο προετοιμασμένος και να εισαι, με το που πατήσεις στην σκηνή τα ποδια αρχίζουν να τρέμουν, πόσο μάλλον οταν πρέπει να αυτοσχεδιασεις.

Ενα αγοράκι ξέφυγε απο το χέρι της μητέρας του και πήγε πανω στην σκηνή.

"Φώτα και μικρόφωνο παρακαλώ"

Τα φώτα έδειξαν το αγοράκι και ενα μικρόφωνο έπεσε στα χερια του.
Το αγοράκι ξεκίνησε να αφηγείται...

"Μπορει να φαίνομαι μικρός αλλα θα μπορούσα να γίνω κωμικός σαν και εσενα,
δεν νοιάστηκε ποτε κανεις ποιος εισαι, όλοι μας εδω ήρθαμε να γελάσουμε, το θέμα δεν ειναι προσωπικό αλλα φαινεται να ειναι για εσενα, και αφου το θες τοσο, ας γίνει"

Η μητέρα του αγοριού πήγε να ανεβεί στην σκηνή να το κατεβάσει αλλα όλοι την κράτησαν πίσω. Το αγορι συνέχισε να μιλάει, αυτη την φορά με αλλο τόνο, πιο ψηλό, τραβώντας τις λέξεις και γεμίζοντας αυτές με αλαζονεία και δήθεν παράπονο.

"Εγωωωω, ο μεγάλος χαχαχα, κωμικός χαχαχαχ, που δεν θυμάται ποτε κανεις το όνομα μου, να εγω, που δεν εχω πια έμπνευση αλλα παρ'ολα αυτα δεν μου αρέσουν οι επαναλήψεις. Εγωωωω... που δεν έμαθα ακομα πόσο σκληρός ειναι ο κόσμος και πρέπει να μου το μάθει ενα δεκατριαχρονο. Εχω μια ιδέα, να δείξω σε όλους οτι δεν έχουν ιδέες. Λες και δεν ξέραμε οτι ο κόσμος ειναι ψυχρός, λες και δεν ξέραμε οτι οι ενήλικες δεν έχουν στάλα φαντασίας στο μυαλό τους."

Το μικρό αγορι αρχισε παλι να μιλάει με την κανονική του φωνή.

"Σε λάθος μερος ήρθες να συλλέξεις φαντασία, λάθος απαιτήσεις, η ψυχή τους εχει αδειάσει απο καιρο, πως να βγάλεις ενα μπισκότο απο ενα άδειο βάζο;"

Ενα δυνατο γελιο ακουγόταν απο ψηλά. Ηταν ο κωμικός, γελούσε τοσο πολυ που δάκρυα κυλούσαν απο τα ματια του, μισά χαράς, μισά λύπης, ποιος ξερει; 
Ειχε ξαπλώσει πανω στις μπάρες του εξώστη και φώναζε μην μπορώντας να πάρει ανάσα.

"Αυτη ηταν η καλύτερη μίμηση του εαυτού μου που εχω δει ποτε, ΧΑΧΑ τι πάθος, ετσι ειμαι; Χαααα, τι ανόητος χαχαχ"

 Ο κωμικός ειχε γίνει κατακόκκινος απο τα γέλια, δεν έπαιρνε ανάσα, μέχρι που έσκασε.
Έσκασε σαν μπαλόνι σκορπίζοντας κονφετί σε όλη της αίθουσα του θεάτρου.
Οι πόρτες άνοιξαν.

"Ευχαριστώ για την ακρόαση" ειπε το αγορι με μια υπόκλιση, κατεβαίνοντας απο την σκηνή και αγκαλιάζοντας την μητέρα του. "Μαμά μαμά, απόψε εχει γλυκό;"



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου