Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Ο Μάγος



Υπήρχε κάποτε σε μια απο τις πόλεις που κανουν θόρυβο, ενας μάγος. Κανεις δεν ήξερε το όνομα του για αυτο και τον αποκαλούσαν Μάγο. Ο βρώμιαρης φορούσε παντα τα ίδια ρούχα, αν και καλοσιδερωμένα. Γυαλιστερά μαύρα παπουτσακια, ριγέ μαύρο παντελόνι. Ενα κουστουμάκι με κάποιες ρίγες που καποιος μπορούσε να τις περάσει για γδαρσίματα του χρόνου πάνω στο ύφασμα. Λευκό πουκαμισάκι που ειχε αρχίσει να κιτρινίζει πια, με τον γιακά διπλωμένο στραβά. Στα μανίκια προέξειχαν δαντέλες και μαντήλια ποικίλων χρωμάτων δίνοντας την εντύπωση οτι ηταν ενας κοινός ταχυδακτυλουργός. Καπέλο δεν ειχε, του ειχαν τελειώσει οι λαγοί.

 Έκανε γύρους για να δείξει σε όλους τις ικανότητες του. 
Πρώτα σταμάτησε μπροστά σε ενα ζευγάρι που κρατούσε ενα μπουκάλι κρασί. Επαιτιος σκέφτηκε. Δεν ειχαν καν ποτήρια αλλα αυτοί έψαχναν ανοιχτήρι. "Θέλετε να δείτε ενα μαγικό;" 
Έπιασε το μπουκάλι απο τα χερια τους πριν καν αυτοί απαντήσουν και το χτύπησε με δύναμη σε μια κολόνα. Ο λαιμός του μπουκαλιού έσπασε. Το κρασί ερεε άφθονο. Χωρις να βιαστεί, ζήτησε να ενώσουν τα χερια τους και να φτιάξουν μια μοναδική χούφτα. Άδειασε λιγο κρασί μεσα της και σηκώθηκε να φύγει με το υπόλοιπο μπουκάλι. Το ζευγάρι δεν τον κυνήγησε. Δεν ήθελε να πέσει ουτε σταγόνα κρασιού στο πάτωμα, πόσο μάλλον στα ρούχα τους. Έμειναν ευχαριστημένοι με το κρασί που κρατούσαν. Αυτός ακομα περισσότερο, πίνοντας το κλεμμένο κρασί. 

 Έφτασε σε μια πλατεία. Ενας μαλακας φώναζε οτι θα κρεμαστεί απο το φωτιστικό του δρόμου. Ειχε ήδη δέσει την θηλιά γύρω απο τον λαιμό του. Έλειπε μονο μια βουτιά στο κενό. Τσατισμένος ο Μάγος του φωνάζει. "Μαλακα ελα κατω."
"Οχι, σας μισώ όλους" αποκρίθηκε ο μαλακας. "Ας κάνουμε μια συμφωνία. Κορώνα ή γράμματα. Κορώνα κατεβαίνεις, γράμματα πεθαινεις.", του πρότεινε ο Μάγος. Συμφώνησε ο μαλακας, χαμογέλασε ο Μάγος. Το κέρμα δίπλωνε και ξεδιπλώνε στον αέρα. Κορώνα. Ο μαλακας πηδάει. Το σχοινί κόβεται και αυτός πέφτει μπροστά στα ποδια του Μάγου. "Τωρα εκτός απο μαλακας, εισαι και ψεύτης και αποτυχημένος", του ειπε ήρεμα ο μάγος. "Τράβα να πεις σε όλους οτι αυτη η θηλιά στο λαιμό σου ειναι γραβάτα." Ο μαλακας έβαλε τα κλάματα. Ο Μάγος τον αγνόησε και άρχισε να περπατάει.

Μπήκε σε ενα μαγαζί με μουσικά όργανα. Αγόρασε ενα βιολί και βγήκε. Πήγε στην πιο μεγαλη πλατεία της πόλης. Ο κόσμος πηγαινοερχόταν, γύριζε γύρω απο τον εαυτο του και γύρω απο τον ήλιο. Ο Μάγος πήγε στο κέντρο. Άρχισε να παίζει μια μελωδία. Ξαφνικά νυσταξαν όλοι. Κοιμήθηκαν μεσα σε δυο λεπτα αγκαλιάζοντας αισθησιακά τα πλακάκια στο πάτωμα. Σταμάτησε να παίζει. Άρχισε να φωνάζει στο ύψος της φωνής του. "ΞΥΠΝΑΤΕ ΡΕ!" Χτυπούσε με δύναμη το βιολί που του ειχε μείνει στο χέρι. Το μισό βιολί που του ειχε μείνει στο χέρι. Κανεις δεν ξύπνησε. Πέταξε οτι ειχε απομείνει στο συντριβάνι και έκανε μια ευχή. Δεν την ειπε δυνατά, δεν πραγματοποιούνται οι ευχές αν τις ξέρουν και οι άλλοι. "Πολυ καλυτερα ετσι, όνειρα γλυκά θησαυροί μου, οταν ξυπνήσετε ελπίζω να καταλάβετε ποιο ηταν το νόημα"












 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου