Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Από το παράθυρό μου


Δεκέμβρης και βροχή, πολλη υγρασία για να ρίξει χιόνι. Καταρράκτες, καρεκλοποδαρα και πλημμυρισμένα δρομάκια παντού. Ο δρόμος φαίνεται άδειος.

Να ομως ενα ζευγάρι που κάθεται κοντά σε μια κολώνα της ΔΕΗ και  να που φιλιούνται παθιασμένα, ζώντας τον έρωτά τους σαν από βιβλίο, καθώς βρέχονται τα ρούχα τους και αρχίζουν να βαραίνουν και να κολλάνε και το μόνο που τους κρατάει ζεστούς είναι οι ανάσες τους.

Ένας σκύλος περνάει το δρόμο για να βρει ένα μέρος να κρυφτεί, σαστίζοντας από τις αστραπές, πόσο μάλλον απο τις βροντές, όπως όλοι άλλωστε... εκτός απο εμένα. «Εγώ δε φοβάμαι κανέναν, ούτε καν τον θάνατο», είπα ψιθυριστά στον εαυτό μου εν γνώση της αλαζονείας μου και του ψέματός μου, ρουφώντας πρώτα μια τζουρα από το τσιγάρο μου που ακόμα και μετά απο καιρό συνεχίζω να λεω οτι δεν είναι συνήθεια, και μετά μια ρουφηξιά από το χλιαρό καφέ μου, αφήνοντας μια βαριά κουρασμένη εκπνοή.

Ο ατμός και ο καπνός αναμειγνύονται με τέτοιο τροπο που μπορούσα να ξεχωρίζω πρόσωπα στην θαμπαδα. Είδα κι εσένα αλλά ήσουν με την πλάτη γυρισμένη σε εμένα. Οι σταγόνες της βροχής χτυπούσαν με δύναμη στο τζαμί, σχεδόν ρυθμικά. Με νανούριζαν αλλά και με ξυπνούσαν...  με χαλάρωναν και με άγχωναν...
Με έβρισκα και με έχανα. 

Δεν είχα πια φωνή να σε φωνάξω και έτσι σε έχασα στην ομίχλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου