Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Ζητείται Καντηλανάφτης

Η μάγισσα
πάντα φρόντιζε να προσέχει το καντήλι της.

Ήταν φτιαγμένο από μέταλλο που φαινόταν να σκουριάζει με τον καιρό.

Τόσος καιρός.

Τέσσερα τζαμάκια αγκάλιαζαν το κόκκινο κερί που βρισκόταν μέσα του.

Ήταν κρεμασμένο ψηλά,
για να μην το φτάνει κανείς άλλος.

Το κερί αυτό σκορπιζόταν πάνω σε γράμματα εραστών.

Ήταν παρόν, στους θρήνους των αγαπημένων.

Χάριζε ηρεμία στα παιδιά που φοβόντουσαν το σκοτάδι,
έδειχνε τον δρόμο στις χαμένες ψυχές
και δώριζε ζεστασιά στις παγωμένες καρδιές.

Με τον καιρό τα πράγματα δυσκόλευαν κάπως.
Η μάγισσα γερνούσε και ο αέρας,
φυσούσε.

Το κερί έλιωνε και γινόταν όλο και πιο μικρό,
έτοιμο να πνίξει την φωτιά του, 

στην ίδια του την ύπαρξη.

Η φλόγα εξαφανιζόταν
σιγά-σιγά
κι έπειτα φούντωνε ξανά με τις προσπάθειες
της μάγισσας.

Αχ, ευτυχώς κι αυτή.

Μια μέρα όμως, η μάγισσα βρέθηκε στο κρεβάτι.

Βαριά άρρωστη.

Άφησε την τελευταία της πνοή
στο καντήλι,
σβήνοντας το κερί για πάντα.

Εξαλείφοντας τη μαγεία
απ' όλον
τον
κόσμο.

Το φως πέθανε.
Το ψύχος κυρίευσε.

Κι οι καπνοί απ' το σβησμένο κερί έπαιρναν σχήματα.
Θανάτου, φόβου, φθόνου και θλίψης.

Και τώρα;

Ε, και τώρα …


Ζητείται καντηλανάφτης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου